Κλινική συμπτωματολογία επί παρεγκεφαλιδικής βλάβης

Η παρεγκεφαλίδα είναι γνωστή ως η περιοχή που σχετίζεται με την διατήρηση της ισορροπίας, τελευταία δεδομένα ωστόσο καταδεικνύουν τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει και στις ανώτερες νοητικές λειτουργίες.
Βρίσκεται στον οπίσθιο κρανιακό βόθρο και αποτελείται από τον σκώληκα και τα ημισφαίρια, ενώ εντός της λευκής ουσίας εδράζονται τέσσερα ζεύγη πυρήνων, ήτοι: ο οροφιαίος, ο ωοειδής, ο εμβολοειδής και ο οδοντωτός. Ο φλοιός των ημισφαιρίων και του σκώληκα έχει τρεις στιβάδες που από την επιφάνεια προς την λευκή ουσία είναι η μοριώδης, η στιβάδα των κυττάρων του Purkinje και η κοκκιώδης στιβάδα.
Ανατομικά η παρεγκεφαλίδα διακρίνεται στον πρόσθιο ή άνω λοβό, τον οπίσθιο ή κάτω λοβό, οι οποίοι αποτελούνται από επιμέρους λόβια και το κροκυδοζώδες λόβιο. Η λειτουργική οργάνωση της ωστόσο διαφέρει καθώς έχει επιμήκη και όχι κάθετο χαρακτήρα και διακρίνει τον κεντρικό σκώληκα ή αρχαιοπαρεγκεφαλίδα, την διάμεση ζώνη των ημισφαιρίων ή παλαιοπαρεγκεφαλίδα και την έξω ή πλάγια ζώνη των ημισφαιρίων που καλείται νεοπαρεγκεφαλίδα. Ο σκώληκας σχετίζεται με την διατήρηση του μυϊκού τόνου τον κορμικών μυών και των μυών της ωμικής ζώνης και της λεκάνης. Η διάμεση ζώνη σχετίζεται με τον έλεγχο της μυϊκής σύσπασης των περιφερικών τμημάτων των άκρων, ενώ η πλάγια ζώνη μέσω των συνδέσεών της με τον εγκεφαλικό φλοιό, με τις κινητικές ακολουθίες και το μέτρο των κινήσεων εντός αυτών. Εν τω συνόλω η παρεγκεφαλίδα σχετίζεται με την διατήρηση της ισορροπίας μέσω του ελέγχου του μυϊκού τόνου των κορμικών μυών και των πολλαπλών συνδέσεών της με το αιθουσαίο σύστημα, όπως και με τον συνεχή έλεγχο των κινήσεων και την ομαλή επιτέλεσή τους.

Οι νευρώνες της παρεγκεφαλίδας
Ο χαρακτηριστικός τύπος νευρικών κυττάρων της παρεγκεφαλίδας είναι τα κύτταρα του Purkinje. Πρόκειται για ευμεγέθη κύτταρα με κυτταρικό σώμα διαμέτρου μεταξύ 35-60μm και πυκνό δενδριτικό πεδίο το οποίο εκτείνεται στην μοριώδη στιβάδα. Τα κύτταρα του Purkinje είναι GABAεργικά, ο αριθμός τους αγγίζει τα 30 εκατομμύρια και αποτελούν το κέντρο της λειτουργικής μονάδας της παρεγκεφαλίδας. Τα κύτταρα του Purkinje δημιουργούν συνάψεις με τις αναρριχητικές ίνες που προέρχονται από τον κάτω ελαϊκό πυρήνα και πιο συγκεκριμένα κάθε αναρριχητική ίνα συνάπτεται με 5-10 κύτταρα, ενώ παράλληλα κατά την είσοδό τους χορηγούν παράπλευρα κλωνία προς τους νευρώνες των εν τω βάθει εγκεφαλικών πυρήνων. Κάθε αναρρηχιτική ίνα δημιουργεί 300 περίπου συνάψεις με καθένα από τα κύτταρα Purkinje που έρχεται σε επαφή και η διέγερση μίας εκάστοτε ίνας αρκεί για την παραγωγή μίας σύνθετης απάντησης από τα κύτταρα Purkinje. Το σύνολο των ινών που εισέρχονται στην παρεγκεφαλίδα και δεν προέρχονται από τον κάτω ελαϊκό πυρήνα καλούνται βρυώδεις ίνες. Οι βρυώδεις ίνες κατά την είσοδό τους χορηγούν παράπλευρα κλωνία στους εν τω βάθει εγκεφαλικούς πυρήνες και τελικά συνάπτονται με τα κοκκιώδη κύτταρα. Κάθε βρυώδης ίνα συνάπτεται με χιλιάδες κοκκιώδη κύτταρα, τα οποία βρίσκονται στην ομώνυμη στιβάδα, έχουν σώμα διαμέτρου 8-12μm, είναι γλουταμινεργικά και χορηγούν νευράξονες προς την επιφάνεια του παρεγκεφαλιδικού φλοού, όπου διχάζονται σε δύο κλάδους που διατρέχουν 1-2mm παράλληλα προς την επιφάνεια. Ο αριθμός των κοκκιωδών κυττάρων είναι 500-100 φορές μεγαλύτερος αυτού των κυττάρων Purkinje, ενώ κάθε κύτταρο Purkinje δημιουργεί συνάψεις με 80000-200000 παράλληλες ίνες. Για την διέγερση ενός κυττάρου Purkinje είναι απαραίτητη η διέγερση μεγάλου αριθμού βρυωδών ινών. Φυσιολογικά τα κύτταρα Purkinje και οι νευρώνες των εν τω βάθει εγκεφαλικών πυρήνων παράγουν ιδιοσυστασιακά δυναμικό ενεργείας με ρυθμό 50-100/sec για τα πρώτα και αρκετά μεγαλύτερο για τα υπόλοιπα.
Πλην των κυττάρων του Purkinje και των κοκκιωδών κυττάρων στην παρεγκεφαλίδα υπάρχουν και άλλοι τύποι νευρικών κυττάρων, τα καλαθιοφόρα κύτταρα και τα αστεροειδή κύτταρα. Πρόκειται για κατασταλτικούς νευρώνες με βραχείς νευράξονες που βρίσκονται στην μοριώδη στιβάδα και δημιουργούν συνάψεις με τις παράλληλες ίνες και τα κύτταρα του Purkinje ασκώντας επί των τελευταίων πλάγια αναστολή.
Οι εν τω βάθει πυρήνες της παρεγκεφαλίδας, σχετίζονται λειτουργικά με διαφορετικό τμήμα του παρεγκεφαλιδικού φλοιού. Ο οροφιαίος πυρήνας, είναι ο φυλογενετικά παλαιότερος και σχετίζεται με τον σκώληκα, επομένως με τον μυϊκό τόνο τον κορμικών μυών και των μυών της ωμικής ζώνης και της λεκάνης, ο ωοειδής και ο εμβολοειδής με την διάμεση ζώνη και ο οδοντωτός με την πλάγια ζώνη των ημισφαιρίων. Οι πυρήνες περιέχουν κατά κύριο λόγο διεγερτικούς νευρώνες και σε μικρότερο αριθμό μικρούς GABAεργικούς η νευρώνες.

Η αιθουσοπαρεγκεφαλίδα
Το φυλογενετικά παλαιότερο τμήμα της παρεγκεφαλίδας είναι το κροκυδοοζώδες λόβιο που μαζί με την γλωσσίδα και τμήματα του σκώληκα συνιστούν την αιθουσοπαρεγκεφαλίδα. Η αιθουσοπαρεγκεφαλίδα, σχετίζεται λειτουργικά με την διατήρηση της ισορροπίας, ιδίως κατά την επιτέλεση κινήσεων που απαιτούν εναλλαγές κατεύθυνσης. Η αιθουσοπαρεγκεφαλίδα ουσιαστικά συνδέεται με τον έλεγχο της ισορροπίας των αγωνιστών και ανταγωνιστών νωτιαίων μυών, μυών της λεκάνης και της ωμικής ζώνης και την προσαρμογή αυτών συναρτήσει των ερεθισμάτων της αιθουσαίας συσκευής. Η αιθουσοπαρεγκεφαλίδα υπολογίζει την πρόοδο του ρυθμού μεταβολής της κατεύθυνσης και να προβλέψει την θέση που το κάθε μέλος θα βρίσκεται στο επόμενο msec, μέσω πληροφοριών που λαμβάνει από το αιθουσαίο σύστημα και το σύστημα των ιδιοδεκτικών υποδοχέων.
Η νωτιοπαρεγκεφαλίδα
Η διάμεση ζώνη των εγκεφαλικών ημισφαιρίων δέχεται πληροφορίες από τον εγκεφαλικό κινητικό φλοιό και τον ερυθρό πυρήνα, καθώς και ίνες από την περιφέρεια μέσω ων νωτιοπαρεγκεφαλιδικών δεματίων που αφορούν σε πληροφορίες προερχόμενες από τις μυϊκές ατράκτους και τα τενόνια όργανα του Golgi και του ιδιοδεκτικούς υποδοχείς της εν τω βάθει αισθητικότητας, ενώ οι απαγωγές της ίνες πορεύονται προς τον κινητικό φλοιό μέσω του θαλάμου και της μακροκυτταρικής μοίρας του ερυθρού πυρήνα. Η νωτιοπαρεγκεφαλίδα συγκρίνει την σε ιδεατό επίπεδο σχηματισμένη κίνηση, η οποία μεταφέρεται μέσω των φλοιογεφυροπαρεκγεφαλιδικών ινών με την πραγματοποιηθείσα κίνηση όπως αυτή μεταφέρεται μέσω των νωτιοπαρεγκεφαλιδικών δεματίων. Συγκεκριμένα το άνω νωτιοπαρεγκεφαλιδικό δεμάτιο μεταφέρει ένα άθροισμα του αντιγράφου των ώσεων που φθάνουν στους α-κινητικούς νευρώνες και των πληροφοριών του συστήματος της εν τω βάθει αισθητικότητας.

Gray's Anatomy, Plate 707
Gray’s Anatomy, Plate 707

Τα συμπτώματα των οξειών παθήσεων της παρεγκεφαλίδας, όπως τα ισχαιμικά ή αιμορραγικά επεισόδια ή τα τραύματα, διαφέρουν από τα αντίστοιχα των χρονίων παθήσεων, όπως είναι οι όγκοι και τα απομυελινωτικά σύνδρομα.
Τα συνηθέστερα αίτια παρεγκεφαλιδικής βλάβης είναι: 1. νεοπλάσματα του οπισθίου κρανιακού βόθρου, 2. τραυματικές κακώσεις, 3. ισχαιμικά ή αιμορραγικά επεισόδια των τροφοφόρων αρτηριών αυτής, 4. εκφυλιστικά νοσήματα, 5. απομυελινωτικά νοσήματα και σύνδρομα και 6. συγγενής υποπλασία ή απλασία τμήματος της.

Η παρεγκεφαλιδική δυσλειτουργία χαρακτηρίζεται από την ακόλουθη συμπτωματολογία:
• Υποτονία: υπάρχει ελαττωμένη αντίσταση στις παθητικές κινήσεις των μυών, οι οποίων κατά την ψηλάφησή τους δεν δείχνουν σφρίγος. Εάν προκληθεί ταλάντωση ενός άκρου, αυτό συνεχίζει να αιωρείται ακόμη και μετά την άρση του αιτίου.
• Μεταβολές της στάσης και του βαδίσματος: οι ασθενείς βαδίζουν σε ευρεία βάση στήριξης, με έντονη σύσφιξη των αρθρώσεων των κάτω άκρων στην προσπάθειά τους να αντιρροπήσουν την αστάθεια από την απώλεια του μυϊκού τόνου και επίσης παρατηρούνται πλαγιοκινήσεις προς την πλευρά της βλάβης. Η κεφαλή εμφανίζει στροφή και ο ώμος προς την πλευρά της βλάβης εμφανίζει πτώση.
• Αταξία: πρόκειται για διαταραχή των εκουσίων κινήσεων και χαρακτηρίζεται από ανώμαλες και ασθενείς συστολές των μυών και τρόμο κατά την προσπάθεια επιτέλεσης λεπτών κινήσεων των άκρων. Εμφανίζονται ακόμη δυσμετρία (υπερμετρία ή υπομετρία), ασυνεργία και ανάλυση των κινήσεων στις επιμέρους κινήσεις που τις συνθέτουν. Κατά την δοκιμασία δείκτη μύτης ο ασθενής είτε χτυπά το ακρορρίνιο, είτε το προσπερνά, ενώ κατά την δοκιμασία πτέρνας γονάτου ο ασθενής αδυνατεί να εκτελέσει ομαλά την κίνηση.

https://youtu.be/AczU0La6zi4

• Δυσδιαδοχοκινησία: αναφέρεται στην διαταραχή της ικανότητας ταχείας επιτέλεσης διαδοχικά εναλλασσόμενων αντιθέτων κινήσεων. Διαπιστώνεται με την εξέταση της ικανότητας του ασθενή να εκτελέσει ταχέως κινήσεις πρηνισμού-υπτιασμού και εμφανίζεται προς την πλευρά της βλάβης.
• Διαταραχές των αντανακλαστικών: λόγω της μη επίδρασης της παρεγκεφαλίδας επί των μυϊκών συστημάτων των συναγωνιστών- ανταγωνιστών μυών, υπάρχει διαταραχή του φυσιολογικού αυτοπεριορισμού των αντανακλαστικών κινήσεων. Επομένως οι προκαλούμενες στα τενόντια αντανακλαστικά κινήσεις συνεχίζονται επί μακρότερον του φυσιολογικού χρόνου, ως εκκρεμοειδείς κινήσεις.
• Διαταραχές της οφθαλμοκίνησης: σε περίπτωση παρεγκεφαλιδικής βλάβης είναι δυνατόν να εμφανιστεί νυσταγμός, απότομες, ακούσιες και ρυθμικές κινήσεις των οφθαλμικών βολβών δηλαδή, οφειλόμενες σε αταξία των εξωβολβικών μυών που κινούν τον οφθαλμό. Ο νυσταγμός είναι εμφανέστερος επί στροφής του βλέμματος σε οριζόντια θέση.

• Διαταραχή του λόγου: η αταξία των μυών του λάρυγγα προκαλεί παραγκεφαλιδική δυσαρθρία, που χαρακτηρίζεται από βραδεία άρθρωση του λόγου που ξαφνικά γίνεται εκρηκτικός, ενώ οι συλλαβές είναι μακρόσυρτες και απέχουν μεταξύ τους.
• Σύνδρομο του σκώληκα: παρατηρείται ασυνέργεια των μυών της κεφαλής και του κορμού και τάση για πτώσεις προς τα πρόσω ή προς τα πίσω, παράλληλα με αδυναμία διατήρησης της κεφαλής και του κορμού σταθερών.
• Σύνδρομο των παρεγκεφαλιδικών ημισφαιρίων: τα συμπτώματα εμφανίζονται ετερόπλευρα σύστοιχα προς την πλευρά της βλάβης και περιλαμβάνουν διαταραχή των κινήσεων των άκρων, δυσαρθρία και νυσταγμός

Βιβλιογραφία-περαιτέρω μελέτη
Wolf U, Rapoport MJ, Schweizer TA (2009). “Evaluating the affective component of the cerebellar cognitive affective syndrome”. J. Neuropsychiatry Clin. Neurosci. 21 (3): 245–53. doi:10.1176/jnp.2009.21.3.245. PMID 19776302.
Fine EJ, Ionita CC, Lohr L (2002). “The history of the development of the cerebellar examination”. Semin. Neurol. 22 (4): 375–84. doi:10.1055/s-2002-36759. PMID 12539058.
“Chapter 20”. Gray’s Anatomy (40th ed.). 2008. p. 297. ISBN 978-0-8089-2371-8.
Llinas RR, Walton KD, Lang EJ (2004). “Ch. 7 Cerebellum”. In Shepherd GM. The Synaptic Organization of the Brain. New York: Oxford University Press. ISBN 0-19-515955-1.
Herculano-Houzel S (2010). “Coordinated scaling of cortical and cerebellar numbers of neurons”. Front. Neuroanat. 4:12. doi:10.3389/fnana.2010.00012.
Ghez C, Fahn S (1985). “The cerebellum”. In Kandel ER, Schwartz JH. Principles of Neural Science, 2nd edition. New York: Elsevier. pp. 502–522.
Kingsley RE (2000). Concise Text of Neuroscience (2nd ed.). Lippincott Williams and Wilkins. ISBN 0-683-30460-7.
Timmann D, Daum I (2007). “Cerebellar contributions to cognitive functions: a progress report after two decades of research”. Cerebellum 6 (3): 159–62. doi:10.1080/14734220701496448. PMID 17786810.
Lenhoff HM, Wang PP, Greenberg F, Bellugi U (December 1997). “Williams Syndrome and the Brain”. Scientific American 277 (6): 72. Bibcode:1997SciAm.277f..68L. doi:10.1038/scientificamerican1297-68.
Schweighofer N, Doya K, Kuroda S (2004). “Cerebellar aminergic neuromodulation: towards a functional understanding”. Brain Res. Brain Res. Rev. 44 (2–3): 103–116. doi:10.1016/j.brainresrev.2003.10.004. PMID 15003388.
Felizola SJA, Nakamura Y, Ono Y, Kitamura K, Kikuchi K, Onodera Y, Ise K, Takase K, Sugawara A, Hattangady N, Rainey WE, Satoh F, Sasano H. (2014). “PCP4: a regulator of aldosterone synthesis in human adrenocortical tissues.”. J. Mol. Endocrinol. 52 (2): 159–167. doi:10.1530/JME-13-0248. PMC 4103644. PMID 24403568.
Eccles JC, Llinás R, Sasaki K. (1966). “The excitatory synaptic action of climbing fibers on the purkinje cells of the cerebellum”. J. Physiol. 182 (2): 268–96. PMC 1357472. PMID 5944665.
Simpson JI, Wylie DR, De Zeeuw CI (1996). “On climbing fiber signals and their consequence(s)”. Behav. Brain Sci. 19 (3): 384–398. doi:10.1017/S0140525X00081486.
Marr D (1969). “A theory of cerebellar cortex”. J. Physiol. 202 (2): 437–70. PMC 1351491. PMID 5784296.
Apps R, Garwicz M (2005). “Anatomical and physiological foundations of cerebellar information processing”. Nature Rev. Neurosci. 6 (4): 297–311. doi:10.1038/nrn1646. PMID 15803161.
Manni E, Petrosini L (2004). “A century of cerebellar somatotopy: a debated representation”. Nature Rev. Neurosci. 5 (3): 241–9. doi:10.1038/nrn1347. PMID 14976523.
Oscarsson O (1979). “Functional units of the cerebellum-sagittal zones and microzones”. Trends Neurosci. 2: 143–145. doi:10.1016/0166-2236(79)90057-2.
Rapp B (2001). The Handbook of Cognitive Neuropsychology: What Deficits Reveal about the Human Mind. Psychology Press. p. 481. ISBN 1-84169-044-9.
Doya K (2000). “Complementary roles of basal ganglia and cerebellum in learning and motor control”. Curr. Opin. Neurobiol. 10 (6): 732–739. doi:10.1016/S0959-4388(00)00153-7. PMID 11240282.
Schmahmann JD, Sherman JC (April 1998). “The cerebellar cognitive affective syndrome”. Brain 121 (4): 561–79. doi:10.1093/brain/121.4.561. PMID 9577385.
Levisohn L, Cronin-Golomb A, Schmahmann JD (May 2000). “Neuropsychological consequences of cerebellar tumour resection in children: cerebellar cognitive affective syndrome in a paediatric population”. Brain 123 (5): 1041–50. doi:10.1093/brain/123.5.1041. PMID 10775548.
Buckner RL, Krienen FM, Castellanos A, Diaz JC, Yeo BT (2011). “The organization of the human cerebellum estimated by intrinsic functional connectivity”. J. Neurophysiol. 106 (5): 2322–2345. doi:10.1152/jn.00339.2011. PMC 3214121. PMID 21795627.
Hernáez-Goñi P, Tirapu-Ustárroz J, Iglesias-Fernández L, Luna-Lario P (November 2010). “Participación del cerebelo en la regulación del afecto, la emoción y la conducta” [The role of the cerebellum in the regulation of affection, emotion and behavior]. Revista de Neurologia (in Spanish) 51 (10): 597–609. PMID 21069639.
Turner BM, Paradiso S, Marvel CL, Pierson R, Boles Ponto LL, Hichwa RD, Robinson RG (March 2007). “The cerebellum and emotional experience”. Neuropsychologia 45 (6): 1331–41. doi:10.1016/j.neuropsychologia.2006.09.023. PMC 1868674. PMID 17123557.
Doya K (1999). “What are the computations of the cerebellum, the basal ganglia and the cerebral cortex?”. Neural Networks 12 (7–8): 961–974. doi:10.1016/S0893-6080(99)00046-5. PMID 12662639.
Eccles JC, Ito M, Szentágothai J (1967). The Cerebellum as a Neuronal Machine. Springer-Verlag.
The Cerebellum as a Neuronal Machine, p. 311
Boyden ES, Katoh A, Raymond JL (2004). “Cerebellum-dependent learning: the role of multiple plasticity mechanisms”. Annu. Rev. Neurosci. 27: 581–609. doi:10.1146/annurev.neuro.27.070203.144238. PMID 15217344.
Albus JS (1971). “A theory of cerebellar function”. Math. Biosciences 10 (1–2): 25–61. doi:10.1016/0025-5564(71)90051-4.
Houk JC, Buckingham JT, Barto AG (1996). “Models of the cerebellum and motor learning”. Behav. Brain Sci. 19 (3): 368–383. doi:10.1017/S0140525X00081474.
Fujita M (1982). “Adaptive filter model of the cerebellum”. Biol. Cybern. 45 (3): 195–206. doi:10.1007/BF00336192. PMID 7171642.
Gilbert PF, Thach WT (1977). “Purkinje cell activity during motor learning”. Brain Res. 128 (2): 309–28. doi:10.1016/0006-8993(77)90997-0. PMID 194656.
Christian KM, Thompson RF (2003). “Neural substrates of eyeblink conditioning: acquisition and retention”. Learn. Mem. 10 (6): 427–55. doi:10.1101/lm.59603. PMID 14657256.
Braitenberg V, Atwood RP (1958). “Morphological observations on the cerebellar cortex”. J. Comp. Neurol. 109 (1): 1–33. doi:10.1002/cne.901090102. PMID 13563670.
Braitenberg V, Heck D, Sultan F (1997). “The detection and generation of sequences as a key to cerebellar function: Experiments and theory”. Behav. Brain Sciences 20 (2): 229–277. PMID 10096998.
Ivry RB, Spencer RM, Zelaznik HN, Diedrichsen J (2002). “The cerebellum and event timing”. Ann. N. Y. Acad. Sci. 978: 302–307. Bibcode:2002NYASA.978..302I. doi:10.1111/j.1749-6632.2002.tb07576.x. PMID 12582062.
Pellionisz A, Llinás R (1982). “Space-time representation in the brain. The cerebellum as a predictive space-time metric tensor”. Neuroscience 7 (12): 2949–70. doi:10.1016/0306-4522(82)90224-X. PMID 7162624.
Horváth G (2003). “CMAC: Reconsidering an old neural network” (PDF). Intelligent Control Systems and Signal Processing. Retrieved 2009-12-24.
Schmitz TJ (2007). “Examination of Coordination”. In O’Sullivan SB, Schmitz TJ. Physical Rehabilitation. Philadelphia: F. A. Davis. pp. 193–225.
Gilman S (1998). “Imaging the brain. Second of two parts”. N. Engl. J. Med. 338 (13): 889–96. doi:10.1056/NEJM199803263381307. PMID 9516225.
“NINDS Ataxias and Cerebellar or Spinocerebellar Degeneration Information Page”. National Institutes of Health. 16 April 2014. Retrieved 2 February 2015.
Vincent M, Hadjikhani N (2007). “The cerebellum and migraine”. Headache 47 (6): 820–33. doi:10.1111/j.1526-4610.2006.00715.x. PMC 3761082. PMID 17578530.
“NINDS Cerebellar Degeneration Information Page”. National Institutes of Health. 28 February 2014. Retrieved 2 February 2015.
Fraser HB, Khaitovich P, Plotkin JB, Pääbo S, Eisen MB (2005). “Aging and gene expression in the primate brain”. PLoS Biology 3 (9): e274. doi:10.1371/journal.pbio.0030274. PMC 1181540. PMID 16048372.
Andersen BB, Gunderson HJG, Pakkenberg B (2003). “Aging of the human cerebellum: A stereological study”. J. Comp. Neurol. 466 (3): 356–365. doi:10.1002/cne.10884. PMID 14556293.
Raz N, Gunning-Dixon F, Head D, Williamson A, Acker JD (2001). “Age and sex differences in the cerebellum and the ventral pons: A prospective MR study of healthy adults” (PDF). Am. J. Neuroradiol. 22 (6): 1161–1167. PMID 11415913.
Albert, Richard K.; Porter, Robert S., eds. (2006). The Merck Manual of Diagnosis and Therapy (18th ed.). Whitehouse Station, New Jersey: Merck Research Libraries. pp. 1886–1887.
“NINDS Joubert Syndrome Information Page”. National Institutes of Health. 23 December 2013. Retrieved 9 January 2015.
“NINDS Dandy-Walker Information Page”. National Institutes of Health. 14 February 2014. Retrieved 9 January 2015.
“NINDS Cerebellar Hypoplasia Information Page”. National Institutes of Health. 29 September 2011. Retrieved 9 January 2015.
“Chiari Malformation Fact Sheet”. National Institutes of Health. 10 December 2014. Retrieved 9 January 2015.
“NINDS Dyssynergia Cerebellaris Myoclonica Information Page”. National Institutes of Health. 14 February 2011. Retrieved 1 February 2015.
“NINDS Olivopontocerebellar Atrophy Information Page”. National Institutes of Health. 16 April 2014. Retrieved 9 January 2015.
“NINDS Paraneoplastic Syndromes Information Page”. National Institutes of Health. 12 March 2009. Retrieved 9 January 2015.
“NINDS Wernicke-Korsakoff Syndrome Information Page”. National Institutes of Health. 14 February 2007. Retrieved 9 January 2015.
Bell CC, Han V, Sawtell NB (2008). “Cerebellum-like structures and their implications for cerebellar function”. Annu. Rev. Neurosci. 31: 1–24. doi:10.1146/annurev.neuro.30.051606.094225. PMID 18275284.
Woodhams PL (1977). “The ultrastructure of a cerebellar analogue in octopus”. J. Comp. Neurol. 174 (2): 329–45. doi:10.1002/cne.901740209. PMID 864041.
Romer AS, Parsons TS (1977). The Vertebrate Body. Philadelphia: Holt-Saunders International. p. 531. ISBN 0-03-910284-X.
Shi Z, Zhang Y, Meek J, Qiao J, Han VZ (2008). “The neuronal organization of a unique cerebellar specialization: the valvula cerebelli of a mormyrid fish”. J. Comp. Neurol. 509 (5): 449–73. doi:10.1002/cne.21735. PMID 18537139.
Weaver AH (2005). “Reciprocal evolution of the cerebellum and neocortex in fossil humans”. Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A. 102 (10): 3576–3580. Bibcode:2005PNAS..102.3576W. doi:10.1073/pnas.0500692102. PMC 553338. PMID 15731345.
Schoenemann PT (December 1, 2009). “Evolution of Brain and Language”. Language Learning 59: 162–186.
MacLeod CE, Zilles K, SchleicherA, Rilling JK, Gibson KR (2003). “Expansion of the neocerebellum in Hominoidea”. J. Hum. Evol. 44 (4): 401–429. doi:10.1016/S0047-2484(03)00028-9. PMID 12727461.
Roberts PD, Portfors CV (2008). “Design principles of sensory processing in cerebellum-like structures. Early stage processing of electrosensory and auditory objects”. Biol. Cybern. 98 (6): 491–507. doi:10.1007/s00422-008-0217-1. PMID 18491162.
Bower JM (1997). “Is the cerebellum sensory for motor’s sake, or motor for sensory’s sake: the view from the whiskers of a rat?”. Prog. Brain Res. 114: 463–96. doi:10.1016/S0079-6123(08)63381-6. ISBN 978-0-444-82313-7. PMID 9193161.
Heiney SA, Kim J, Augustine GJ, Medina JF (February 2014). “Precise control of movement kinematics by optogenetic inhibition of Purkinje cell activity”. J. Neurosci. 34 (6): 2321–30. doi:10.1523/JNEUROSCI.4547-13.2014. PMC 3913874. PMID 24501371.
Witter L, Canto CB, Hoogland TM, de Gruijl JR, De Zeeuw CI (2013). “Strength and timing of motor responses mediated by rebound firing in the cerebellar nuclei after Purkinje cell activation”. Front. Neural Circuits 7: 133. doi:10.3389/fncir.2013.00133. PMC 3748751. PMID 23970855.
Clarke E, O’Malley CD (1996). “Ch. 11: Cerebellum”. The Human Brain and Spinal Cord (2nd ed.). Norman Publishing. p. 629. ISBN 0-930405-25-0.
Ito M (2002). “Historical review of the significance of the cerebellum and the role of Purkinje cells in motor learning”. Ann. N. Y. Acad. Sci. 978: 273–288. Bibcode:2002NYASA.978..273I. doi:10.1111/j.1749-6632.2002.tb07574.x. PMID 12582060.
Lewis CT, Short C (1879). A Latin dictionary founded on Andrews’ edition of Freund’s Latin dictionary. Oxford: Clarendon Press.
Marshall LH, Magoun HW (1998). Discoveries in the human brain. Neuroscience prehistory, brain structure, and function. Totowa: Humana Press.
Foster FD (1891). An illustrated medical dictionary. New York: D. Appleton and Company.
Kraus LA (1844). Kritisch-etymologisches medicinisches Lexikon (Dritte Auflage). Göttingen: Verlag der Deuerlich- und Dieterichschen Buchhandlung.
Schreger CHT (1805). Synonymia anatomica. Synonymik der anatomischen Nomenclatur. Fürth.

Was this article helpful?

Related Articles