Μυοτονική δυστροφία (ICD-10 G71.1)

Ιωάννης Μαυρουδής, "Μυοτονική δυστροφία (ICD-10 G71.1)," Γνωσιακή Βάση Νευρολογίας, Μάιος 20, 2015, https://myneurology.eu/archives/767.

Η μυοτονική δυστροφία είναι μία χρόνια , βραδέως προϊούσα, κληρονομική πολυσυστηματική νόσος, που κληρονομείται κατά τον αυτοσωματικό επικρατή χαρακτήρα. Χαρακτηρίζεται από μυϊκές ατροφίες, καταρράκτη, διαταραχή της καρδιακής αγωγιμότητας, αλωπεκία, ενδοκρινικές μεταβολές και μυοτονία.
Οι άρρενες και οι θήλεις προσβάλλονται με την ίδια συχνότητα και τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία.
Έχουν αναγνωριστεί δύο τύποι μυοτονικής δυστροφίας. Η μυοτονική δυστροφία τύπου 1, γνωστή και ως νόσος του Steinert διακρίνεται στον βρεφικό τύπο, τον παιδικό τύπο και τον τύπο του ενήλικα. Προσβάλλει τους μύες του προσώπου, τους κροταφίτες, τους στερνοκλειδομαστοειδείς, τους περιφερικούς μύες των άνω άκρων και τους πρόσθιους μύες της κνήμης. Η νόσος ξεκινά συνήθως με μυϊκή αδυναμία και εύκολη κόπωση η οποία δεν γίνεται αντιληπτή από τα αρχικά στάδια καθώς αποδίδεται σε άλλους παράγοντες και ατροφίες κυρίως των εκτεινόντων των άκρων χειρών, χωρίς να αποκλείεται ωστόσο η εμφάνιση βλεφαρόπτωσης και ατροφιάς των μυών του προσώπου ως αρχικά σημεία. Η ατροφία των μασητήρων σε συνδυασμό με την πρόσθια αλωπεκία, την βλεφαρόπτωση και το ρυτιδωμένο μέτωπο σχηματίζουν το χαρακτηριστικό προσωπείο της νόσου. Επιπλέον στην πλειοψηφία των περιπτώσεων παρατηρείται ατροφία των προσθίων μυών της κνήμης με αποτέλεσμα την πτώση άκρου ποδός και το καλπαστικό βάδισμα. Η φαρυγγική και λαρυγγική ατροφία οδηγούν σε μονότονη ένρινη ομιλία, ενώ διάταση του οισοφάγου λόγω απώλεια μυϊκών ινών και μεγάκολο είναι δυνατόν να παρατηρηθούν. Λόγω της αδυναμία του διαφράγματος, διαταράσσεται η αναπνευτική ικανότητα και αναπτύσσονται συχνές λοιμώξεις, βρογχεκτασίες και τέλος χρόνια βρογχίτιδα. Καρδιακές αρρυθμίες εμφανίζονται επίσης σε ένα ποσοστό ασθενών με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος για αιφνίδιο θάνατο.
Η νόσος εξελίσσεται βραδέως, με σταδιακή προσβολή και άλλων μυϊκών ομάδων των άκρων και του κορμού. Οι τενόντιες αντανακλάσεις ελαττώνονται και καταργούνται και οι περισσότεροι ασθενείς καθηλώνονται σε αναπηρικό αμαξίδιο 15-20 χρόνια μετά την έναρξης της νόσου.
Το φαινόμενο της μυοτονίας, που χαρακτηρίζεται από παρατεταμένη μυϊκή σύσπαση μετά από ήπια πλήξη ή ήπια διέγερση με ηλεκτρικό ρεύμα, χωρίς να αποκλείεται η εμφάνισή του μετά από έντονη εκούσια μυϊκή σύσπαση. Η μυοτονία μπορεί να προηγείται της εμφάνισης της σοβαρής μυϊκής αδυναμίας ακόμη και για πολλά χρόνια.

Ηλεκτρομυογραφικά το μυοτονικό φαινόμενο προσδίδει τον ήχο καταδυόμενου βομβαρδιστικού.

Η εμφάνιση δυστροφικών αλλαγών και σε άλλα όργανα, όπως είναι ο καταρράκτης αποτελεί επίσης χαρακτηριστικό της νόσου. Η προοδευτική μετωπιαία αλωπεκία, αρχόμενη σε νεραή ηλικία είναι επίσης χαρακτηριστικό τόσο των ανδρών, όσο και των γυναικών που πάσχουν από την μυοτονική δυστροφία τύπου 1.
Τέλος τα κλινικό φάσμα σε μικρό αριθμό ασθενών συμπληρώνεται από ήπια νοητική έκπτωση, γυναικομαστία και ατροφία όρχεων και ωοθηκών.
Η μυοτονική δυστροφία τύπου 2, καλείται και περιφερική μυοτονική μυοπάθεια και είναι σπανιότερη της πρώτης, ενώ η κλινική της εικόνα είναι ηπιότερη και χαρακτηρίζεται από περιφερική μυϊκή αδυναμία, μυοτονία και καταρράκτη. Η νόσος ξεκινά μεταξύ των 20 και 40 ετών με διαλείποντα μυοτονικά συμπτώματα των άνω και κάτω άκρων, τα οποία συνδυάζονται με ήπια, βραδέως προϊούσα περιφερική αδυναμία, χωρίς σημαντική μυϊκή ατροφία.

Στοιχεία γενετικής
Η μυοτονική δυστροφία τύπου 1 σχετίζεται με το γονίδιο DMPK που βρίσκεται στο χρωμόσωμα 19 και χαρακτηρίζεται από αύξηση της τριπλέτας CTG σε 50-2000 επαναλήψεις, ενώ ο φυσιολογικός αριθμός κυμαίνεται μεταξύ 5 και 30. Οι επαναλήψεις βρίσκονται εντός του γονιδίου της μυοτονικής πρωτεϊνικής κινάσης και ο αριθμός των επαναλήψεων σχετίζεται με την βαρύτητα της νόσου. Η μυοτονική δυστροφία τύπου 2 σχετίζεται με αύξηση του αριθμού της τριπλέτας στο γονίδιο CNBP που βρίσκεται στο χρωμόσωμα 3.
Παρόλο που οι εν λόγω επαναλήψεις δεν κωδικοποιούν κάποια πρωτεΐνη, διαταράσσουν σημαντικά τις αλληλουχίες του παραγόμενου RNA, με αποτέλεσμα την πολυσυστηματική έκφραση της νόσου.

Θεραπευτική αντιμετώπιση
Μέχρι σήμερα δεν υφίσταται θεραπεία για την μυοτονική δυστροφία και η αντιμετώπιση είναι κυρίως συμπτωματική και στοχεύει στην αντιμετώπιση των επιπλοκών, όπως είναι οι καρδιακές αρρυθμίες, οι αναπνευστικές λοιμώξεις και οι άπνοιες.
Τέλος η ήπια αεροβική άσκηση και η φυσικοθεραπεία έχει αποδειχθεί πως παίζουν σημαντικό ρόλο στην διατήρηση της καλής φυσικής κατάστασης των πασχόντων και τον περιορισμό του βαθμού της μυϊκής ατροφίας.

Βιβλιογραφία-περαιτέρω μελέτη:
Turner, C; Hilton-Jones D. (2010). “The myotonic dystrophies: diagnosis and management”. J Neurol Neurosurg Psychiatry 81 (4): 358–367. doi:10.1136/jnnp.2008.158261. PMID 20176601.
Le Ber I, Martinez M, Campion D et al. (2004). “A non-DM1, non-DM2 multisystem myotonic disorder with frontotemporal dementia: phenotype and suggestive mapping of the DM3 locus to chromosome 15q21-24”. Brain 127 (Pt 9): 1979–92. doi:10.1093/brain/awh216. PMID 15215218.
GeneReview/NCBI/NIH/UW entry on Myotonic Dystrophy Type 2
Udd B, Meola G, Krahe R et al. (2006). “140th ENMC International Workshop: Myotonic Dystrophy DM2/PROMM and other myotonic dystrophies with guidelines on management”. Neuromuscul. Disord. 16 (6): 403–13. doi:10.1016/j.nmd.2006.03.010. PMID 16684600.
Yanoff, Myron; Jay S. Duker (2008). Ophthalmology (3rd ed.). Edinburgh: Mosby. p. 411. ISBN 978-0323057516.
Mahadevan M, Tsilfidis C, Sabourin L et al. (March 1992). “Myotonic dystrophy mutation: an unstable CTG repeat in the 3′ untranslated region of the gene”. Science 255 (5049): 1253–5. doi:10.1126/science.1546325. PMID 1546325.
van der Ven PF, Jansen G, van Kuppevelt TH et al. (November 1993). “Myotonic dystrophy kinase is a component of neuromuscular junctions”. Human Molecular Genetics 2 (11): 1889–94. doi:10.1093/hmg/2.11.1889. PMID 8281152.
Harley HG, Walsh KV, Rundle S et al. (May 1991). “Localisation of the myotonic dystrophy locus to 19q13.2-19q13.3 and its relationship to twelve polymorphic loci on 19q”. Human Genetics 87 (1): 73–80. doi:10.1007/BF01213096. PMID 2037285.
Day JW, Ricker K, Jacobsen JF et al. (February 2003). “Myotonic dystrophy type 2: molecular, diagnostic and clinical spectrum”. Neurology 60 (4): 657–64. doi:10.1001/archneur.60.5.657. PMID 12601109.
Liquori CL, Ricker K, Moseley ML et al. (August 2001). “Myotonic dystrophy type 2 caused by a CCTG expansion in intron 1 of ZNF9”. Science 293 (5531): 864–7. doi:10.1126/science.1062125. PMID 11486088.
Wheeler TM, Lueck JD, Swanson MS, Dirksen RT, Thornton CA (2007). “Correction of ClC-1 splicing eliminates chloride channelopathy and myotonia in mouse models of myotonic dystrophy”. J. Clin. Invest. 117 (12): 3952–7. doi:10.1172/JCI33355. PMC 2075481. PMID 18008009.
Voet NB, van der Kooi EL, Riphagen II, Lindeman E, van Engelen BG, Geurts ACh (2010). Voet, Nicoline BM, ed. “Strength training and aerobic exercise training for muscle disease”. Cochrane Database Syst Rev (1): CD003907. doi:10.1002/14651858.CD003907.pub3. PMID 20091552.
Cup EH, Pieterse AJ, Ten Broek-Pastoor JM et al. (November 2007). “Exercise therapy and other types of physical therapy for patients with neuromuscular diseases: a systematic review”. Arch Phys Med Rehabil 88 (11): 1452–64. doi:10.1016/j.apmr.2007.07.024. PMID 17964887.
Orngreen MC, Olsen DB, Vissing J (May 2005). “Aerobic training in patients with myotonic dystrophy type 1”. Ann. Neurol. 57 (5): 754–7. doi:10.1002/ana.20460. PMID 15852373.
Pandya, S and Eichinger, K. “Role of physical therapy in the assessment and management of individuals with myotonic dystrophy”. Myotonic Dystrophy Foundation. Retrieved 5 May 2012.
Myotonic dystrophy at NLM Genetics Home Reference

Τα σχόλια είναι κλειστά