Χορεία του Huntington

myneuronews, "Χορεία του Huntington," Γνωσιακή Βάση Νευρολογίας, Μάρτιος 16, 2015, https://myneurology.eu/archives/24.

 

Κληρονομική εκφυλιστική νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος, κληρονομούμενη κατά τον αυτοσωματικό επικρατούντα χαρακτήρα και εκδηλούμενη με κινητικές διαταραχές συνιστάμενες σε χορειακές και δυστονικές εκδηλώσεις, διαταραχές των ανωτέρων νοητικών λειτουργιών, του συναισθήματος και της συμπεριφοράς και ενίοτε ψυχωσικών εκδηλώσεων.

Επιδημιολογία

Αποτελεί την κύρια αιτία προϊούσας χορείας στους ενήλικες και η συχνότητά της ανέρχεται σε 4-5 περιπτώσεις ανά ένα εκατομύριο πληθυσμού, ενώ μεταξύ των βορειοευρωπαίων η συχνότητα είναι 15 φορές περίπου υψηλότερη. Η μέση ηλικία έναρξης βρίσκεται μεταξύ 4ης και 5ης δεκαετίας της ζωής, με την πορεία της νόσου να είναι αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας εμφάνισής της.

Αιτιοπαθογένεια

Η νόσος κληρονομείται κατά τον αυτοσωματικό επικρατούντα χαρακτήρα και σχετίζεται με μετάλλαξη στο γονίδιο της χαντινγκτίνης, μιας πρωτεΐνης με μοριακό βάρος 350KDa και εδράζεται στο βραχύ σκέλος του χρωμοσώματος 4. Φυσιολογικά περιέχει 11-34 ακολουθίες της τριπλέτας CAG, ενώ οι πάσχοντες από την χορεία του Huntington φέρουν πλέον των 39 ακολουθιών. Οι φορείς 35-39 ακολουθιών είναι πιθανόν να αναπτύξουν χορεία σε προχωρημένη ηλικία και ηπιότερη στην κλινική της εικόνα, κατάσταση γνωστή και ως γεροντική χορεία. Η παθολογική χαντικτίνη είναι ιδιαίτερα ανθεκτική στην πρωτεόλυση.

Κλινική εικόνα

Τα συμπτώματα της νόσου διακρίνονται σε νοητικά και κινητικά. Συνήθως η νόσος άρχεται με διαταραχές από την ψυχική σφαίρα που συνίστανται σε ευερθιστότητα, καχυποψία, ενίοτε θρησκοληψία και μειωμένο αυτοέλεγχο. Συχνά εμφανίζεται αλκοολισμός, διαταραχές του συναισθήματος και κοινωνική απόσυρση και στα προχωρημένα στάδια παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις. Η μνημονική ικανότητα διατηρείται συνήθως ικανοποιητικά. Τα κινητικά συμπτώματα στα πρώτα στάδια της νόσου είναι ηπιότερα και συνίστανται σε επιβράδυνση των κινήσεων των δακτύλων και των άκρων γενικότερα, αυξημένο σκαρδαμισμό (σε αντίθεση με την νόσο του Parkinson) και αργές χορειακές κινήσεις που είναι δυνατόν να λαμβάνουν ακόμη και στερεοτυπικό χαρακτήρα. Ο μυϊκός τόνος είναι κατά κανόνα μειωμένος και οι τενόντιες αντανακλάσεις αυξημένες, ενώ στον κλινικό υπότυπο Westphal, προεξάρχει η δυσκαμψία. Ο λόγος μοιάζει αταξικός, λόγω των χορειακών κινήσεων του διαφράγματος και των φωνητικών χορδών, ενώ έντονες είναι οι αυτόματες κινήσεις της γλώσσας και της περιστοματικής περιοχής. Η όψιμη εμφάνιση της νόσου συνδέεται με μεγαλύτερη εμφάνιση αυτόματης κινητικότητας της γλώσσας και του στόματος. Οι σακκαδικές κινήσεις είναι κατά κανόνα επηρεασμένες, ιδίως ώς προς την έναρξη και την ταχύτητά τους. Η διάρκεια της νόσου κυμαίνεται μεταξύ 10-15 ετών.

Νευροπαθολογικές αλλοιώσεις

Μακροσκοπικά ο εγκέφαλος είναι κατά κανόνα μικρότερου βάρους και εμφανίζει λέπτυνση των ελίκων και διεύρυνση των αυλάκων. Σε διατομή παρατηρείται διεύρυνση του κοιλιακού συστήματος και ιδίως των μετωπιαίων κεράτων των πλαγίων κοιλιών, τα οποία φαίνονται αποστρογγυλωμένα, συνεπεία της ατροφίας της κεφαλής του κερκοφόρου πυρήνα. Διευρυσμένο εμφανίζεται επίσης το σώμα των πλαγίων κοιλιών, η τρίτη κοιλία είναι ευρύτερη του φυσιολογικού και ο υδραγωγός του Sylvius  φαίνεται διατεταμένος. Τα βασικά γάγγλια και ιδίως η κεφαλή και το σώμα του κερκοφόρου πυρήνα παρουσιάζουν σαφή ελάττωση του όγκου τους. Μικροσκοπικά αποκαλύπτεται νευρωνική απώλεια τόσο στον φλοιό των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, όσο και στα βασικά γάγγλια και τον οπτικό θάλαμο. Οι ακανθώδεις GABA-εργικοί νευρώνες εμφανίζουν μείωση του δενδριτικού τους πεδίου, ενώ οι ευμεγέθεις πολυεδρικοί νευρώνες που εντάσσονται στο χολινεργικό σύστημα διατηρούνται σχετικά καλώς. Επιπλέον εντός των πυρήνων των νευρώνων του φλοιού και του ραβδωτού σώματος παρατηρούνται έγκλειστα που περιέχουν τμήματα της μεταλλακτικής πρωτεΐνης χαντικτίνης και ιδίως της αμινοτελικής της μοίρας. Στην μορφή Westphal παρατηρείται ελάττωση του νευρωνικού πληθυσμού της μέλαινας ουσίας. Στα προχωρημένα στάδια της νόσου η νευρωνική απώλεια περιλαμβάνει και τους νευρώνες των στιβάδων ΙΙΙ-IV του φλοιού, ελάττωση των ολιγοδενδροκυττάρων και αστροκυτταρική υπερπλασία.

Μετωπιαία τομή μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου που καταδεικνύει ατροφία της κεφαλής του κερκοφόρου πυρήνα και διάταση των μετωπιαίων κεράτων των πλαγίων κοιλιών. By Frank Gaillard – Own work, CC BY-SA 3.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=7371828

Διαγνωστική προσέγγιση και διαφορική διάγνωση

Η διαφορική διάγνωση εξαρτάται από την ηλικία έναρξης. Εάν η νόσος εμφανιστεί στην νεαρή ενήλικο ζωή, περιλαμβάνει την όψιμης εμφάνισης χορεία του Sydenham, την χορεία στα πλαίσια ΣΕΛ με αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα, την τοξίκωση από κοκαΐνη, την καλοήθη οικογενή χορεία, το σύνδρομο χορείας-ακανθοκύττωσης, την οδοντωτοωχρολουΐσια εκφύλιση και την νόσο του Wilson. Εάν η νόσος εμφανιστεί σε μέση ηλικία, η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει επιπλέον καταστάσεις, όπως η προϊούσα χορεία χωρίς άνοια και η νευροεκφυλιστική νόσος που σχετίζεται με την παντοθενική κινάση. Η όψιμης έναρξης νόσος πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από το σύνδρομο χορείας-άνοιας με προπιονική οξυαιμία (αυξημένα επίπεδα προπιονικού οξέος στο πλάσμα, τα ούρα και το ΕΝΥ). Άλλες καταστάσεις που πρέπει να συμπεριληφθούν στην διαφορική διάγνωση είναι τα νοσήματα που σχετίζονται με μεταλλάξεις της prion πρωτεΐνης, η παρανεοπλασματική χορεία, η τοξική επίδραση αντιψυχωτικών παραγόντων και L-Dopa και αμφεταμινών, η φαινυλκετονουρία και μεταβολικές διαταραχές, όπως η γλουταρική οξυαιμία, η κερατινική θειουρία, η οικογενής επασβέστωση των βασικών γαγγλίων και η υπεργλυκαιμική-υπερωσμοτική κατάσταση.

Η διαγνωστική προσέγγιση της χορείας του Huntington περιλαμβάνει την νευροαπεικόνιση με μαγνητική τομογραφία και προϋποθέτει τον αποκλεισμό άλλων καταστάσεων με παρόμοια συμπτωματολογία, απαιτεί δηλαδή τον αιματολογικό έλεγχο για αυτοάνοσα νοσήματα και τίτλο ASTO, καταμέτρηση επιπέδων χαλκού και σερουλοπλασμίνης και σε συνδυασμό με το ιστορικό καταμέτρηση των επιπέδων τοξικών ουσιών όπου κρίνεται απαραίτητο. Η διάγνωση της νόσου τίθεται με γενετικό έλεγχο και την αποκάλυψη της παθολογικής χαντικτίνης.

Θεραπευτική αντιμετώπιση

Η αντιμετώπιση της νόσου αποτελεί ιδιαίτερα δυσχερές έργο και αναφέρεται στην διενέργεια λογοθεραπείας και φυσικοθεραπείας, την παροχή ικανοποιητικού αριθμού θερμίδων και λευκωμάτων και στην χορήγηση καρβαμαζεπίνης και βαλπροϊκού νατρίου, αμιτρυπτιλίνης (που βοηθά στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης και της σιελόρροιας), αντιψυχωσικών παραγόντων και ιδίως αλλοπεριδόλης (2-10mg ημερησίως) τετραβεναζίνης και σελεγιλίνης.

Comments

comments

Τα σχόλια είναι κλειστά