Βασικά σημεία της νομικής αντιμετώπισης της κατάστασης της άνοιας και των πασχόντων από αυτή στο πεδίο του ουσιαστικού αστικού και ποινικού δικαίου: Φώτη Μ. Βέργη, Δικηγόρου, Cambridge University

[ Δικαιοπρακτική Ικανότητα και Δικαστική Συμπαράσταση – Αδικοπρακτική Ευθύνη /// Ζητήματα ικανότητας καταλογισμού κατά τα αρ… 34 και 36 § 1 ΠΚ]

ΔΙ Α Γ Ρ Α Μ Μ Α

Ι. Εισαγωγικά

ΙΙ. Αστικό Δίκαιο

Α. (Αν)ικανότητα για δικαιοπραξία

1.Βασικές έννοιες – Δικαιοπραξία, Ικανότητα

2. Δικαιοπρακτική Ικανότητα ειδικότερα

α. Ανικανότητα και περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία

α. i. Ανικανότητα για δικαιοπραξία

α.ii. Περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία

β. 131 ΑΚ- Ειδική ανικανότητα για δικαιοπραξία (Παροδική πλήρης ανικανότητα)

3. Ειδικές περιπτώσεις ανικανότητας

α. Γάμος

β. Σύνταξη διαθήκης

4. Ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης

α. Γενικά β. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση (Ουσιαστική προϋπόθεση-

Διαδικασία)

β.i. Ουσιαστική προϋπόθεση (ΑΚ 1666): Υποβαλλόμενα σε δικαστική συμπαράσταση πρόσωπα – Η «πνευματική ή ψυχική διαταραχή» και η υπαγωγή σε αυτή των

περιπτώσεων άνοιας

β.ii. Διαδικασία – Αναγνώριση στον πάσχοντα δυνατότητας κίνησής της

γ. Αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης γ.i. Μορφές δικαστικής συμπαράστασης

γ.ii. Επέλευση και λήξη των αποτελεσμάτων της δικαστικής συμπαράστασης

δ. Δικαστικός συμπαραστάτης και εξουσίες του ε. Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης

Β. Ικανότητα για καταλογισμό (αδικοπραξίες)

ΙΙΙ. Ποινικό δίκαιο

Α. Γενικά – Βασικές έννοιες Β. Ικανότητα προς καταλογισμό

1. Ανικανότητα προς καταλογισμό κατά το αρ. 34 ΠΚ.

2. Ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό (αρ. 36 § 1 ΠΚ)

IV. Επίλογος

Ι. Εισαγωγικά

Το Δίκαιο, το σύστημα δηλαδή των κανόνων που έχει διαπλαστεί από την οργανωμένη πολιτεία και ρυθμίζει εξαναγκαστικά την κοινωνική συμβίωση 1, είναι ένα ανθρώπινο δημιούργημα, ρευστό από τη φύση του και ευμετάβλητο. Δεν χαρακτηρίζεται από τη σταθερότητα των αντικειμένων των φυσικών επιστημών, αφού είναι δυνατή η ανατροπή του ανά πάσα στιγμή, λόγω μεταβολής των κοινωνικών συνθηκών ή απλώς αλλαγής της πολιτικής θεώρησής τους. Επιπλέον, σε μια προσπάθεια να επιτυγχάνεται η κάλυψη από τους κανόνες του δικαίου του συνόλου των ζητημάτων που ανακύπτουν στην καθημερινή κοινωνική ζωή, οι δικαιϊκές ρυθμίσεις βρίθουν αόριστων νομικών εννοιών, η εξειδίκευση των οποίων έγκειται στον εκάστοτε ερμηνευτή και εφαρμοστή του δικαίου. Έτσι ο νομικός συχνά επιζητά τη συνδρομή ειδικών και επιστημόνων άλλων κλάδων και προσφεύγει στα πορίσματα επιστημών πέραν της νομικής. Όπως έχει επισημανθεί, στο μέτρο που έργο του νομικού είναι η εφαρμογή των κανόνων δικαίου ενόψει συγκεκριμένων υποκειμένων, απαραίτητη προβάλλει η ψυχοβιολογική θεώρηση του μεμονωμένου ατόμου στο οποίο επιβάλλεται ο νόμος 2.

Με το δεδομένο αυτό, φανερή είναι η ανάγκη συνεργασίας νομικών και ιατρών, ιδίως δε νευρολόγων και ψυχιάτρων αναφορικά με ζητήματα που ρυθμίζονται από το αστικό και το ποινικό δίκαιο και συνδέονται με την ψυχική ή διανοητική κατάσταση του ατόμου. Αυτή έγκειται στη διαπίστωση οποιουδήποτε ελαττώματος μπορεί να επηρεάσει την ανθρώπινη αντίληψη και κρίση, έχοντας έτσι άμεσες συνέπειες στη νομική του θέση και αντιμετώπιση και στις κατά τον νόμο δυνατότητες δράσης του. Στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου οι συνέπειες ενός τέτοιου ελαττώματος συνδέονται με την ικανότητα του υποκειμένου να καταρτίζει δικαιοπραξίες, συμμετέχοντας έτσι κατεξοχήν στις συναλλαγές, και με τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του προς αποζημίωση, όταν με τη συμπεριφορά του προκαλεί ζημία σε τρίτους. Σε επίπεδο ποινικού δικαίου η επιρροή εμφανίζεται κυρίως με την αξιολόγηση της παραβατικής συμπεριφοράς του δράστη και την ικανότητα καταλογισμού σε αυτόν της αξιόποινης πράξης ή παράλειψής του.
Στην παρούσα θα επιχειρηθεί η κατά το δυνατόν απλούστερη παρουσίαση των συνεπειών της άνοιας ως επίκτητου συνδρόμου που επηρεάζει τη διανοητική λειτουργία και οδηγεί σε περιορισμό της λειτουργικότητας του ατόμου 3 με σημείο αναφοράς αφενός τη δικαιοπρακτική ικανότητα του πάσχοντος, το θεσμό της δικαστικής συμπαράστασης και την ικανότητα για καταλογισμό επί αδικοπραξίας στο χώρο του αστικού δικαίου αφετέρου δε την ικανότητα προς καταλογισμό στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί και πάλι πως η περιορισμένη έκταση της παρούσας δεν επιτρέπει παρά μια γενική prima facie θεώρηση των επιμέρους ανωτέρω ζητημάτων, που σχεδόν ταυτίζεται με την ουσιαστικά περιγραφική αναφορά των κρίσιμων ρυθμίσεων και θεσμών. Εκείνος που ενδιαφέρεται για την εις βάθος διείσδυση στα επιμέρους ζητήματα θα πρέπει να καταφύγει στην εξειδικευμένη για καθένα βιβλιογραφία, εφόσον εμπιστεύεται επαρκώς τις βασικές του νομικές γνώσεις.

ΙΙ. Αστικό Δίκαιο

Πριν την ανάλυση των ειδικότερων ρυθμίσεων και θεσμών είναι απαραίτητη σκιαγράφηση του πλαισίου όπου εντάσσονται οι κρίσιμοι κανόνες. Έτσι, ως αστικό δίκαιο ορίζεται το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις γενικές ιδιωτικές σχέσεις όλων των προσώπων, ανεξαρτήτως σύνδεσης τους με την άσκηση ορισμένης ειδικότερης δραστηριότητας ή με συγκεκριμένους τομείς των συναλλαγών 4. Αποτελεί το κυριότερο τμήμα του ιδιωτικού δικαίου, το οποίο αφορά τις σχέσεις μεταξύ υποκειμένων που δεν ασκούν δημόσια εξουσία 5, και εμπλέκεται με την μεγάλη πλειονότητα των καθημερινών σχέσεων και συναλλαγών. Οι βασικές του ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο του Αστικού Κώδικα που επιγράφεται «Γενικές Αρχές» αντανακλούν στο σύνολο των επιμέρους «κλάδων» του αστικού δικαίου.

Στο σύνολο πάντως του αστικού δικαίου τα ζητήματα που αφορούν άτομα που πάσχουν από κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή συνδέονται κύρια αφενός με την ικανότητά τους να επιχειρούν έγκυρες δηλώσεις βουλήσεως και κατ’ επέκταση να δικαιοπρακτούν αφετέρου δε με την ευθύνη τους σε περίπτωση που υποπίπτουν σε συμπεριφορά που συνιστά αδικοπραξία, ειδικότερα δε με την ικανότητά τους προς καταλογισμό.

Α. (Αν)ικανότητα για δικαιοπραξία

1. Βασικές έννοιες – Δικαιοπραξία, Ικανότητα

Η ευχερής παρακολούθηση της παρουσίασης των ρυθμίσεων που άπτονται της δικαιοπρακτικής ικανότητας προϋποθέτει την επεξήγηση κάποιων κρίσιμων νομικών εννοιών που θα χρησιμοποιηθούν παρακάτω. Έτσι ενώ κάθε φυσικό πρόσωπο διαθέτει ικανότητα δικαίου, ήτοι την ικανότητα να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, 6 εντούτοις προκειμένου να επιχειρεί έγκυρα δικαιοπραξίες απαιτείται να διαθέτει την ειδικότερη ικανότητα προς δικαιοπραξία.

Δικαιοπραξία είναι εκείνη η δίκαιη πράξη 7 η οποία μέσω μίας ή περισσοτέρων δηλώσεων (ή πράξεων) βουλήσεως που κατευθύνονται στην παραγωγή συγκεκριμένων έννομων αποτελεσμάτων και ενδεχομένως μέσω και άλλων νομικών γεγονότων συνεπάγεται τις συγκεκριμένες έννομες συνέπειες επειδή τις θέλησαν οι δηλούντες 8 , 9.

Ουσιώδες και αναγκαίο στοιχείο κάθε δικαιοπραξίας είναι η δήλωση βουλήσεως, που συνίσταται στην εκ μέρους του προσώπου συμπεριφορά που εξωτερικεύει την πρόθεσή του να επέλθουν δι’ αυτής συγκεκριμένες έννομες συνέπειες. Ειδικά στην περίπτωση της δικαιοπραξίας εξωτερικεύεται η βούληση για δικαιοπρακτική δέσμευση, για την επαγωγή δηλαδή των συγκεκριμένων εννόμων αποτελεσμάτων που συνδέονται από το νόμο με την επιχειρούμενη δικαιοπραξία. Εκείνο δε που διαφοροποιεί τις δικαιοπραξίες από τις λοιπές δίκαιες πράξεις είναι το γεγονός πως εν προκειμένω οι έννομες συνέπειες επέρχονται ως άμεση συνέπεια των δηλώσεων βουλήσεως που περιέχουν, επέρχονται δηλαδή επειδή ακριβώς τις θέλησαν οι δηλούντες 10.

Προαπαιτούμενη για την επιχείρηση έγκυρης δηλώσεως βουλήσεως, αναγκαίας προϋπόθεσης του κύρους οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, είναι η ικανότητα προς δικαιοπραξία του δηλούντος. Όπως ορίζουν τα αρ. 127-129 ικανός για κάθε δικαιοπραξία είναι όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, εκτός αν έχει τεθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, οπότε και θεωρείται ανίκανος να καταρτίσει οποιαδήποτε δικαιοπραξία, ή σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση, οπότε και είναι περιορισμένα ικανός για δικαιοπραξία, υπό την έννοια ότι στην μεν πρώτη περίπτωση μπορεί να συνάπτει έγκυρα μόνο ορισμένες δικαιοπραξίες στη δε δεύτερη να επιχειρεί δικαιοπραξίες μόνο με τη συναίνεση του συμπαραστάτη του.

3. Δικαιοπρακτική Ικανότητα ειδικότερα

Δικαιοπρακτική ικανότητα, στοιχείο του κύρους κάθε δικαιοπραξίας, είναι η ικανότητα του προσώπου να προβαίνει σε έγκυρη δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, δηλαδή σε δήλωση βουλήσεως που κατευθύνεται σε συγκεκριμένη έννομη συνέπεια 11. Απλούστερα, δεν πρόκειται παρά για την ικανότητα του ανθρώπου να καταρτίζει δικαιοπραξίες, συμμετέχοντας έτσι στη δημιουργία ή αλλοίωση εννόμων σχέσεων 12, η οποία προκύπτει από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του, ήτοι την ηλικία του και τη σωματική και πνευματική του κατάσταση. Ο νόμος είναι φειδωλός στην απόδοση της δικαιοπρακτικής ικανότητας, αναγνωρίζοντας την επιρροή που ασκεί στη διαμόρφωση των έννομων προσωπικών και περιουσιακών σχέσεων 13. Την απονέμει έτσι μόνο σε εκείνα τα πρόσωπα τα οποία θεωρεί πως κατέχουν την απαιτούμενη ωριμότητα και υγεία προκειμένου να μπορούν να αντιλαμβάνονται και να επεξεργάζονται την αντικειμενική πραγματικότητα και να διαμορφώνουν αντίστοιχα τη βούλησή τους, έχοντας συνείδηση της νομικής σημασίας που ενέχει η δήλωσή της 14. Αυτό που ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η διάκριση των προσώπων σε ανίκανα και περιορισμένα ικανά για δικαιοπραξία με βάση το κριτήριο της υγείας τους, ήτοι της σωματικής ή πνευματικής και ψυχικής τους κατάστασης.

α. Ανικανότητα και περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία

«Αρθρο 128 ΑΚ -Ανίκανοι για δικαιοπραξία: Ανίκανοι για δικαιοπραξία είναι: 1.

όποιοι δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο ˙ έτος2.όποιοι βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση»

«Αρθρο 129 ΑΚ – Περιορισμένα ικανοί: Περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία έχουν: 1. οι ανήλικοι που συμπλήρωσαν το δέκατο έτος˙ 2. όποιοι βρίσκονται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση˙ 3. όποιοι βρίσκονται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση»

Πρωταρχικό κριτήριο αναγνώρισης της ικανότητας για δικαιοπραξία είναι η ηλικία του προσώπου. Έτσι, πλήρως ικανοί, ικανοί δηλαδή να καταρτίσουν κάθε δικαιοπραξία, είναι καταρχήν όσοι έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους, ενώ πλήρως ανίκανοι για δικαιοπραξία είναι εκείνοι που δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο έτος 15. Περαιτέρω, η άρση ή ο περιορισμός της ικανότητας για δικαιοπραξία βασίζεται στο κριτήριο της υγείας, της διανοητικής και ψυχολογικής κατάστασης, και συνδέεται απόλυτα με το θεσμό της δικαστικής συμπαράστασης, όπως καθίσταται φανερό από τις κρίσιμες διατάξεις των αρ. 128 και 129 ΑΚ.

Με δεδομένα όσα προαναφέρθηκαν εξετάζονται παρακάτω οι δύο διακριτές περιπτώσεις ανικανότητας.

α. i. Ανικανότητα για δικαιοπραξία

Η ανικανότητα για δικαιοπραξία συνεπάγεται αδυναμία του προσώπου να προβαίνει σε έγκυρη δήλωση βούλησης και να επιφέρει συνεπεία αυτής έννομές συνέπειες. Επομένως κάθε δικαιοπραξία που επιχειρείται από ανίκανο προς δικαιοπραξία, όπως από πρόσωπο που έχει κηρυχθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, είναι άκυρη (αρ. 128 ΑΚ και 130 ΑΚ). Η άκυρη δήλωση βουλήσεως, επομένως και η άκυρη δικαιοπραξία, θεωρείται σαν να μην έγινε (αρ. 180 ΑΚ), δεν αναπτύσσει δηλαδή καμία ενέργεια και δεν επιφέρει καμία έννομη συνέπεια. Η ακυρότητα είναι αυτοδίκαιη, δεν απαιτείται δηλαδή άσκηση αγωγής για την κήρυξή της. Στην περίπτωση της στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και της δυνάμει του αρ. 128 ΑΚ ανικανότητας του συμπαραστατούμενου, η ακυρότητα είναι απόλυτη, ήτοι μπορεί να την επικαλεστεί οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, λαμβάνεται δε υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο 16. Επισημαίνεται δε πως δεν απαιτείται να γνωρίζει ο αντισυμβαλλόμενος ή ο λήπτης της δήλωσης του δικαιοπρακτικά ανίκανου την έλλειψη ικανότητας προκειμένου να επέλθει ως συνέπεια η ακυρότητα.

Οι συνέπειες των επιμέρους μορφών δικαστικής συμπαράστασης στη δικαιοπρακτική ικανότητα θα εκτεθούν αναλυτικά σε επόμενο κεφάλαιο, αλλά χρήσιμο είναι να σημειωθεί εδώ πως επί πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, από τη δημοσίευση της σχετικής διαπλαστικής δικαστικής απόφασης, εκείνος που τίθεται υπό το ανωτέρω καθεστώς θεωρείται ανίκανος για την κατάρτιση κάθε δικαιοπραξίας. Μόνος αρμόδιος να καταρτίζει αυτές τις δικαιοπραξίες για λογαριασμό του συμπαραστατούμενου, ενεργώντας ως νόμιμος αντιπρόσωπός του, είναι ο δικαστικός του συμπαραστάτης. Παρότι η άρση της δικαιοπρακτικής ικανότητας επέρχεται με τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, η εξουσία του οριστικού δικαστικού αντιπροσώπου ενεργοποιείται με την τελεσιδικία της απόφασης. Έως την τελεσιδικία τις ανεπίτρεπτες για το συμπαραστατούμενο δικαιοπραξίες είναι ορθότερο να γίνει δεκτό πως δύναται να ασκεί ο προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, παρότι αυτό δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο. Τούτο μέσω της τελολογικής ερμηνείας του όρου «ασφαλιστικά μέτρα» του αρ. 1672 εδ. β΄ ΑΚ, που δεν αναφέρεται στα ομώνυμα ένδικα βοηθήματα του ΚΠολΔ αλλά γενικά σε κάθε μέτρο που τείνει προς εξασφάλιση και προστασία του υπό δικαστική συμπαράσταση. Η άποψη αυτή εξάλλου διασφαλίζει τη δυνατότητα του υποβαλλόμενου σε στερητική συμπαράσταση να μετέχει υπό τους όρους του θεσμού της συμπαράστασης στις συναλλαγές, συμμετοχή που αποτελεί και το σκοπό του θεσμού, και διαφυλάττει την ασφάλεια των συναλλαγών για το χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης της απόφασης και τελεσιδικίας της.

α.ii. Περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία

Γενικότερα, περιορισμένα ικανά είναι εκείνα τα πρόσωπα που είναι ικανά να καταρτίζουν δικαιοπραξίες μόνο στις περιπτώσεις που ορίζονται από το νόμο είτε αυτοδύναμα είτε υπό τις ειδικότερες προβλεπόμενες νομοθετικά προϋποθέσεις (αρ. 133 ΑΚ). Εύλογα επομένως η διάταξη του αρ. 133 ΑΚ εντάσσει στους περιορισμένα ικανούς πέραν των ανηλίκων που έχουν συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας τους, με τις ειδικότερες διαφοροποιήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω 17, και εκείνους που έχουν τεθεί σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση ή σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση.

Στην πρώτη περίπτωση, επί μερικής στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, ο συμπαραστατούμενος είναι ικανός να καταρτίσει αυτοδύναμα μόνο εκείνες τις δικαιοπραξίες τις οποίες δεν αφορά η στερητική δικαστική συμπαράσταση. Ως προς εκείνες όμως που ρητά απαριθμούνται στη σχετική δικαστική απόφαση ως εμπίπτουσες στο καθεστώς της συμπαράστασης στερείται πλήρως της ικανότητας προς δικαιοπραξίας και την αποκλειστική εξουσία να τις καταρτίσει για λογαριασμό του έχει ο δικαστικός του συμπαραστάτης.

Στην επικουρική δικαστική συμπαράσταση ο υποβληθείς σε αυτό το καθεστώς δεν στερείται πλήρως της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, ακόμα και αν η απόφαση αφορά το σύνολο των δυνατών να επιχειρηθούν δικαιοπραξιών. Η κήρυξη του ως συμπαραστατούμενου όμως συνεπάγεται την δυνατότητά του να καταρτίζει κάθε δικαιοπραξία (πλήρης επικουρική δικαστική συμπαράσταση) ή τις ρητά περιοριστικά απαριθμούμενες στη σχετική δικαστική απόφαση (μερική επικουρική) μόνο υπό την ειδικότερη προϋπόθεση της προηγούμενης έγγραφης συναίνεσης του δικαστικού συμπαραστάτη, που εδώ ενεργεί ως επίκουρος και όχι ως νόμιμος αντιπρόσωπος ή, εφόσον αυτός αρνείται να τη χορηγήσει, της προηγούμενης δικαστικής απόφασης που συναινεί στην επιχείρηση της κρίσιμης δήλωσης βουλήσεως και την κατάρτιση της δικαιοπραξίας.

Αν δεν τηρηθεί η ανωτέρω προϋπόθεση η δήλωση βουλήσεως του περιορισμένα ικανού και κατά συνεκδοχή και η δικαιοπραξία προς την οποία κατατείνει είναι άκυρη. Η ακυρότητα δικαιοπραξίας προσώπου που έχει περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία επειδή έχει υποβληθεί σε μερική στερητική ή πλήρη ή μερική επικουρική συμπαράσταση λόγω πνευματικής ή ψυχικής διαταραχής είναι σχετική, όπως ορίζει το αρ. 1683 εδ. δ΄ ΑΚ, μπορεί δηλαδή να την προτείνει μόνο ο δικαστικός συμπαραστάτης, ο συμπαραστατούμενος και οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοί του.

β. 131 ΑΚ- Ειδική ανικανότητα για δικαιοπραξία (Παροδική πλήρης ανικανότητα)

«Αρθρο 131 § 1: Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.»

Πέραν των περιπτώσεων όπου έχει με δικαστική απόφαση διαγνωστεί η αδυναμία του προσώπου να διαμορφώσει ώριμη και σοβαρή κρίση και βούληση λόγω πνευματικής ή ψυχικής διαταραχής με συνέπεια την υπαγωγή του πάσχοντος σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, η διάταξη του αρ. 131 επιδιώκει να καλύψει κει εκείνες τις περιπτώσεις προσώπων που πάσχουν από αντίστοιχη διαταραχή κατά το χρόνο που καταρτίζουν ορισμένη δικαιοπραξία, αλλά δεν έχουν υπαχθεί στο ανωτέρω προστατευτικό καθεστώς. Χρησιμοποιείται δηλαδή εδώ για τον προσδιορισμό της δικαιοπρακτικής ικανότητας η «συγκεκριμένη μέθοδος», όπου αξιολογείται η ικανότητα του προσώπου όχι γενικά αλλά ενόψει της κατάρτισης συγκεκριμένης δικαιοπραξίας και κατά το χρόνο τέλεσής της 18. Η ανικανότητα εν προκειμένω χαρακτηρίζεται παροδική, γιατί δεν είναι απαραίτητο να συναρτάται με μόνιμη κατάσταση ή διαταραχή του προσώπου 19, ισχύει δε μόνο καθ’ όσο χρονικό
διάστημα ισχύει η κατάσταση αυτή και εφ’ όσον μεταξύ αυτής και της επιχείρησης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας υφίσταται αιτιώδης συνάφεια 20. Καλείται περαιτέρω «φυσική» ανικανότητα, επειδή κατά το χρόνο της δήλωσης βούλησης το πρόσωπό στερείται πράγματι της φυσικής ικανότητας για ελεύθερο σχηματισμό κρίσης και βούλησης και επομένως για ελεύθερη αυτοδιάθεση και αυτοδέσμευση 21.
Το αρ. 131 §1 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε μετά τον Ν. 2447/1996, αναφέρεται σε δύο περιπτώσεις που οδηγούν σε ειδική δικαιοπρακτική ανικανότητα. Από τη μια στην περίπτωση όπου κατά το χρόνο που επιχειρείται η δικαιοπραξία το πρόσωπο δεν έχει συνείδηση των πράξεών του, από την άλλη δε σε εκείνη όπου κατά τον κρίσιμο χρόνο πάσχει από διανοητική ή ψυχική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Ως κρίσιμος χρόνος νοείται εκείνος της εξωτερίκευσης της κρίσιμης δήλωσης βουλήσεως από το ανωτέρω πρόσωπο. Εκ προοιμίου πρέπει να σημειωθεί πως η άνοια ως λόγος παροδικής δικαιοπρακτικής ανικανότητας κατατάσσεται στη δεύτερη ως άνω περίπτωση, ενώ στην πρώτη θα μπορούσε να ενταχθεί η περίπτωση της διαταραχής της ικανότητας αντίληψης και δράσης λόγω της χρήσης ουσιών.

Η έλλειψη συνείδησης των πράξεων αποτελεί παροδική διατάραξη που όμως δεν οφείλεται σε διαταραχή ή πάθηση. Δεν πρόκειται για πλήρη απουσία συνείδησης, αλλά για την παροδική διαταραχή του επιπέδου της, ώστε να διαφέρει από το φυσιολογικό («σύγχυση» της συνείδησης) 22, που συνεπάγεται την έλλειψη της

δυνατότητας πλήρους αντίληψης και διάγνωσης της ουσίας και του περιεχομένου της πράξης που επιχειρείται και των συνεπειών που αυτή συνεπάγεται 23. Η κατάσταση

αυτή μπορεί να οφείλεται σε οποιοδήποτε λόγο, πλην διανοητικής ή ψυχικής διαταραχής. Είναι δυνατόν να οφείλεται σε κατανάλωση αλκοόλ, χρήση ναρκωτικών ουσιών, ύπνωση ή ακόμα και να είναι αποτέλεσμα υψηλού πυρετού ή γενικότερα σύμπτωμα πάθησης που δεν μπορεί να θεωρηθεί ψυχική ή διανοητική διαταραχή 24.

Η δεύτερη περίπτωση του αρ. 131 § 1, που αναφέρεται στην περίπτωση αποφασιστικού περιορισμού της βούλησης του προσώπου λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, διαμορφώθηκε ως έχει με τον Ν. 2447/1996. Κατά την
παλαιότερη διατύπωση του άρθρου ανίκανος για δικαιοπραξία χαρακτηριζόταν όποιος «ένεκα πνευματικής νόσου εστερείτο της χρήσεως του λογικού». Γινόταν μάλιστα δεκτό υπό το προϊσχύον δίκαιο ότι στην ανωτέρω έννοια υπαγόταν και η άνοια, ως οργανοψυχική πάθηση, οφειλόμενη σε παθολογοανατομικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου 25. Στο πλαίσιο της αναθεώρησης των διατάξεων για τη δικαστική

συμπαράσταση, η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή έκρινε σκόπιμη την μεταβολή της ορολογίας αναφορικά και με την περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία και την υιοθέτηση του γενικότερου ως άνω όρου «ψυχική ή πνευματική διαταραχή», στο οποίο εμπεριέχεται και η περίπτωση της «πνευματικής νόσου». Η διαφορά με τις διατάξεις της δικαστικής συμπαράστασης έγκειται στην περιγραφή του αποτελέσματος που πρέπει να έχει η διαταραχή προκειμένου να αναγνωριστεί περιορισμένη ικανότητα κατάρτισης της δικαιοπραξίας.

Ενώ δηλαδή για να τεθεί ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση προϋποτίθεται η ψυχική ή διανοητική διαταραχή να συνεπάγεται την αδυναμία του να φροντίζει εν όλω ή εν μέρει για τις υποθέσεις του, για να θεωρηθεί περιορισμένα ικανό για δικαιοπραξία θα πρέπει η διαταραχή κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας να περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του προσώπου 26. Η ψυχική ή διανοητική διαταραχή δηλαδή θα πρέπει να συνεπάγεται τη σημαντική μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας 27. Αντίστοιχα υπό το προϊσχύον δίκαιο προκειμένου η πνευματική νόσος να οδηγεί σε δικαιοπρακτική ανικανότητα έπρεπε να αποδειχθεί πως είχε ως συνέπεια τη «στέρηση της χρήσης του λογικού» 28. Νομικά κρίσιμο είναι πως πρέπει η διαταραχή να επηρεάζει ή να βλάπτει σε τέτοιο βαθμό τις διανοητικές ή ψυχικές λειτουργίες ώστε να περιορίζεται σημαντικά ή να εξαφανίζεται η ελεύθερη «βούληση» ως στοιχείο της δήλωσης βουλήσεως 29. Με τον όρο βούληση δηλαδή νοείται η λειτουργία του συνόλου των ψυχικών λειτουργιών του ατόμου που καταλήγουν σε συνείδηση και πρόθεση αυτοδέσμευσής του και όχι οι μεμονωμένες λειτουργίες της νοημοσύνης, αντίληψης, κρίσης και βούλησης 30. Αυτή η συνολική λειτουργία της βούλησης θα πρέπει να διαμορφώνεται εξαιτίας της πνευματικής ή ψυχικής διαταραχής ουσιωδώς διαφορετικά από τη λειτουργία της βούλησης του μέσου εχέφρονος κοινωνικού ανθρώπου, λαμβανομένων υπόψη των ειδικότερων κάθε φορά υποκειμενικών και αντικειμενικών συνθηκών 31, ώστε τελικά να μην είναι δυνατή η διάγνωση του περιεχομένου και της ουσίας της επιχειρούμενης πράξης και των συνεπειών της 32.

Επειδή ακριβώς η ικανότητα κρίνεται αποκλειστικά και μόνο ως προς το χρόνο που επιχειρείται η συγκεκριμένη δικαιοπραξία, δεν αποκλείεται εν προκειμένω η περίπτωση των «φωτεινών διαλειμμάτων» ή «διαλειμμάτων εχεφροσύνης» 33. Είναι δηλαδή δυνατόν πρόσωπο που πάσχει από πνευματική ή ψυχική διαταραχή κατά τα ανωτέρω, ακόμα και αν είναι διαρκής, να διέρχεται διαστήματα που η πάθησή του δεν επηρεάζει την ικανότητα αντίληψης, κρίσης και διαμόρφωσης της βούλησής του, είτε από τη φύση της πάθησής του είτε ως αποτέλεσμα της ιατρικής και φαρμακευτικής αγωγής του. Αν αποδειχθεί ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας η διαταραχή του δικαιοπρακτούντος δεν επηρέασε τη λειτουργία της βούλησής του, το πρόσωπο κρίνεται ικανό προς δικαιοπραξία και μπορεί έγκυρα να την επιχειρήσει. Κατά πόσο ισχύει αυτό είναι ζήτημα πραγματικό, μη υποκείμενο δηλαδή σε αναιρετικό έλεγχο, το οποίο κρίνεται με βάση τις σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις 34.

Η παραπάνω εξαίρεση πάντως ισχύει μόνο στην περίπτωση του αρ. 131 ΑΚ, όπου ο πάσχων δεν έχει τεθεί σε στερητική δικαστική συμπαράσταση. Αντίθετα, στις περιπτώσεις των αρ. 128-129 ΑΚ, κι αν ακόμα κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας ο πάσχων απολαύει «διαλείμματος εχεφροσύνης» εντούτοις παραμένει ανίκανος για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, λόγω ακριβώς της θέσης του στο καθεστώς της συμπαράστασης και της συνακόλουθης ενεργοποίησης των ως άνω διατάξεων 35.

Δικαιοπραξία που επιχειρείται από πρόσωπο που υπάγεται σε μια από τις περιπτώσεις του αρ. 131 § 1 ΑΚ είναι άκυρη. Η ακυρότητα αυτή είναι κατά την απολύτως κρατούσα άποψη απόλυτη, με την επιφύλαξη του αρ. 131 § 2 ΑΚ 36.
Η ρύθμιση του αρ. 131 § 2 ΑΚ αναφέρεται στη δυνατότητα των κληρονόμων να προσβάλλουν μέσα σε πέντε έτη από την επαγωγή της κληρονομίας σε αυτούς μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο ή προς αυτόν, επικαλούμενοι ακυρότητά τους για έναν από τους αναφερόμενους στην πρώτη παράγραφο του άρθρου λόγους 37. Η διατύπωση της διάταξης καθιστά την ακυρότητα της παραγράφου 1 του αρ. 131 ΑΚ σχετική ειδικά για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Τούτο σημαίνει ότι εφόσον συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του αρ. 131 § 2 ΑΚ την ακυρότητα των προβλεπόμενων σε αυτό μη χαριστικών δικαιοπραξιών του κληρονομουμένου δικαιούνται να επικαλεστούν όλοι οι κληρονόμοι του, χωρίς εξαίρεση 38, μόνο όμως εντός προθεσμίας πέντε ετών από την επαγωγή της κληρονομίας. Δεδομένου πως για όσο χρονικό διάστημα ο κληρονομούμενος δεν είχε υπαχθεί σε καθεστώς συμπαράστασης ήταν καταρχήν ικανός για δικαιοπραξία, με την επιφύλαξη της παροδικής ανικανότητας του αρ. 131 § 1 ΑΚ, υπό τον κανόνα της απόλυτης ακυρότητας των δικαιοπραξιών κατά το αρ.131 § 1 ΑΚ θα ήταν δυνατό οποτεδήποτε μετά το θάνατο του κληρονομουμένου να επικαλεστεί αυτή την ακυρότητα οιοσδήποτε είχε έννομο συμφέρον, επομένως και οι κληρονόμοι του. Τούτο όμως θα έφερνε σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση τους τρίτους που συναλλάχθηκαν με τον θανόντα που θα καλούνταν ακόμα και σε πολύ μεγάλο διάστημα μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας να αποδείξουν την έλλειψη ασυνειδησίας, ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή την μη επιρροή της διαταραχής στη διαμόρφωση της βούλησης του κληρονομουμένου 39. Για το λόγο αυτό ο
νομοθέτης με ειδική ρύθμιση μετέτρεψε για τις ανωτέρω περιπτώσεις την ακυρότητα σε σχετική, ώστε οι κρίσιμες δικαιοπραξίες να είναι άκυρες μόνο υπό την αίρεση της προβολής αυτής της ακυρότητας από τους κληρονόμους εντός πενταετίας από την επαγωγή της κληρονομίας.

Ολοκληρώνοντας την σύντομη παρουσίαση της ειδικής δικαιοπρακτικής ανικανότητας επισημαίνεται πως ειδικά για τις περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας του αρ. 131 § 1 ΑΚ προβλέπεται από το αρ. 132 ΑΚ η δυνατότητα αποζημίωσης του προσώπου που συναλλάχθηκε με τον δικαιοπρακτικά ανίκανο αγνοώντας ανυπαίτια την κατάσταση στην οποία αυτός βρισκόταν. Η διάταξη προϋποθέτει να υπάρχει άκυρη κατά το αρ. 131 § 1 ΑΚ απευθυντέα δήλωσης βούληση, που απευθύνθηκε σε πρόσωπο που αγνοούσε ανυπάιτια την κατάσταση στην οποία βρισκόταν εκείνος που του την απηύθυνε, δεν μπορούσε δηλαδή να τη διαγνώσει παρότι κατέβαλε τη δέουσα επιμέλεια 40, η ακυρότητα να του προκάλεσε ζημία που δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού, π.χ. από πρόσωπο που ασκούσε δια σύμβασης την εποπτεία του πάσχοντος (αρ. 923 § 2 ΑΚ) ή από σύμβαση ασφάλισης, και να κρίνεται από το δικαστήριο ενόψει του συνόλου των ειδικών περιστάσεων πως επιβάλλεται η ανόρθωση αυτής της ζημίας.

3. Ειδικές περιπτώσεις ανικανότητας

Εκτός από τις γενικές περί ικανότητας διατάξεις στον Αστικό Κώδικα περιέχονται και ρυθμίσεις σχετικά με την ικανότητα συγκεκριμένων δικαιοπραξιών. Οι ειδικές ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις περιπτώσεις πασχόντων από διανοητικές ή ψυχικές διαταραχές όπως η άνοια.

α. Γάμος (αρ. 1350-1352, 1372-1373 ΑΚ)

Ο γάμος κατά το αστικό δίκαιο δεν είναι παρά μια σύμβαση, ρυθμιζόμενη ειδικά στο νόμο. Σύμφωνα με το αρ, 1351 ΑΚ πλήρως ανίκανοι για σύναψη γάμου είναι τόσο όσοι έχουν υπαχθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, οπότε είναι ανίκανοι για κάθε δικαιοπραξία (αρ. 128 ΑΚ) ή σε μερική στερητική συμπαράσταση που ρητά περιλαμβάνει και απαγόρευση της τέλεσης γάμου, όσο και τα πρόσωπα που κατά την τέλεσή του και την επιχείρηση της σχετικής δήλωσης βουλήσεως δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους (αρ. 131 § 1 ΑΚ). Για τους ευρισκόμενους εξάλλου υπό πλήρη στερητική συμπαράσταση δημιουργείται αμάχητο τεκμήριο συνεχούς αδυναμίας τους να αντιλαμβάνονται τη σημασία των πράξεών τους και να επιλαμβάνονται των υποθέσεών τους, ώστε να μην ενδιαφέρουν ούτε τυχόν διαλείμματα εχεφροσύνης τους. Έχει παρατηρηθεί ότι η γενικότητα του τεκμηρίου θα μπορούσε ενδεχομένως να αμφισβητηθεί αν δεν υπήρχε η ειδική διάταξη αναφορικά με την ικανότητα σύναψης γάμου 41, αφού θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι στη γενική έννοια «υποθέσεις» των οποίων η αδυναμία επιμέλειας οδηγεί στην υποβολή σε στερητική συμπαράσταση και τη στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας δεν μπορεί να υπαχθεί και η προσωποπαγής δικαιοπραξία του γάμου χωρίς να τίθεται ζήτημα προσβολής του πυρήνα της κατ’ αρ. 5 § 1 και 3 του Συντάγματος προσωπικής ελευθερίας.

Κατά το αρ. 1352 ΑΚ και κατ’ αντιστοιχία με τις σχετικές με την επικουρική συμπαράσταση ρυθμίσεις, ο υπό καθεστώς πλήρους επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης ή μερικής επικουρικής που καταλαμβάνει ρητά και τη σύναψη γάμου μπορεί να συνάψει γάμο μόνο με την προηγούμενη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του˙ σε περίπτωση άρνησής του, ο συμπαραστατούμενος μπορεί να ζητήσει τη σχετική άδεια από το δικαστήριο το οποίο, αφού τον ακούσει, δύναται να τη χορηγήσει αν κρίνει ότι αυτό επιβάλλει το συμφέρον του.

Κατά συνέπεια ο πάσχων από σύνδρομο ή διαταραχή που μπορεί να προκαλέσει έκπτωση των πνευματικών λειτουργιών υπό την έννοια της άνοιας θα μπορούσε να τελέσει εγκύρως αυτοδύναμα γάμο μόνο αν δεν είχε υπαχθεί σε καθεστώς συμπαράστασης, στερητικής ή επικουρικής που να περιλαμβάνει και τη σύναψη γάμου, και μόνο εφόσον κατά το χρονικό σημείο σύναψης δε θα επηρεαζόταν από την κατάστασή του η ικανότητά του να αντιληφθεί πλήρως την πραγματικότητα, το περιεχόμενο της δήλωσής του και τις έννομες συνέπειές της. Αυτό ενδεχομένως να ήταν δυνατό στα αρχικά στάδια της νόσου, όπου ακόμα δεν έχει επηρεαστεί η ικανότητα ελεύθερου σχηματισμού της δικαιοπρακτικής βούλησης.

Η σύναψη γάμου από πρόσωπο που στερείται της σχετικής ικανότητας συνεπάγεται την ακυρότητά του (αρ. 1372 εδ. α΄ ΑΚ σε συνδ. με αρ. 1352 ΑΚ), η οποία όμως παρουσιάζει ιδιομορφίες σε σχέση με την ακυρότητα άλλων δικαιοπραξιών που καταρτίζονται χωρίς να υπάρχει ικανότητα προς τούτο. Καταρχάς η ακυρότητα δεν επέρχεται αυτοδικαίως αλλά μόνο με σχετική δικαστική απόφαση (αρ. 1376 ΑΚ) κατόπιν έγερσης αγωγής από τους συζύγους, οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον ή τον εισαγγελέα (αρ. 1378 αριθ. 1 ΑΚ). Ανατρέχει ως προς ορισμένα ζητήματα στο χρόνο σύστασης του γάμου, ως προς ορισμένα άλλα ενεργεί μόνο για το μέλλον 42, ενώ δεν επηρεάζει καθόλου κάποια από τα αποτελέσματα του γάμου. Συγκεκριμένα συνεπάγεται την αναδρομική άρση του αμοιβαίου εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος των συζύγων και την εν αμφιβολία θεώρηση ως ακυρώσιμης τυχόν διάταξης διαθήκης με την οποία ο ένας σύζυγος εγκαθιστά ως κληρονόμο τον άλλο (αρ. 1785 ΑΚ), την αναδρομική επίσης άρση της αμοιβαίας υποχρέωσης των συζύγων για συμμετοχή στις οικογενειακές ανάγκες, την ανατροπή δικαιοπραξιών που σύναψε ένας από τους συζύγους στα πλαίσια της συζυγικής του ιδιότητας με τρίτο και του κωλύματος σύναψης γάμου του αρ. 1354 ΑΚ 43. Από την άλλη όμως, αναγνωρίζοντας τις σημαντικές συνέπειες του γάμου ιδίως στην προσωπική κατάσταση των προσώπων και τις οικογενειακές τους σχέσεις ορίζεται ρητά ότι παρά την ακύρωση του γάμου τυχόν παιδιά που γεννήθηκαν καλυπτόμενα από τα τεκμήρια της εντός γάμου γέννησης διατηρούν την ιδιότητα των σε γάμο γεννημένων παιδιών (αρ. 1382 ΑΚ), ώστε δεν επηρεάζεται η νομική, προσωπική και περιουσιακή σύνδεση με τους γονείς τους. Επιπλέον, διατηρείται η δημιουργηθείσα εξ αγχιστείας συγγένεια (αρ. 1464 § 2 ΑΚ), ώστε εξακολουθεί να ισχύει το σχετικό κώλυμα γάμου. Τέλος, δεν βλάπτονται από την ακύρωση τα δικαιώματα των καλόπιστων συναλλαχθέντων με κάποιον από τους συζύγους τρίτων.

Σημειώνεται ότι αντίθετα με τις συνήθεις δικαιοπραξίες, παρέχεται η δυνατότητα της μεταγενέστερης άρσης της ακυρότητας του γάμου. Ειδικά για την ακυρότητα που επήλθε δυνάμει του αρ. 1352 ΑΚ η ακυρότητα του γάμου αίρεται με την εκ των υστέρων έγκρισή του από το δικαστικό συμπαραστάτη, το δικαστήριο ή τον ίδιο τον πάσχοντα σύζυγο, εφόσον αργότερα καταστεί ο ίδιος ικανός.

Β. Σύνταξη διαθήκης (αρ. 1719-1720, 1745 και 1748 ΑΚ 44)

Η ειδική ρύθμιση της ικανότητας για σύνταξη διαθήκης είναι ίσως η πλέον χρήσιμη αναφορικά με την περίπτωση των πασχόντων από άνοια, αφού η διαταραχή αυτή εμφανίζεται συχνά σε ηλικιωμένα άτομα ως μια από τις συνέπειες της φυσιολογικής σωματικής και πνευματικής φθοράς λόγω του γήρατος (γεροντική άνοια). Εκ προοιμίου τονίζεται πως οι διατάξεις των αρ. 1716-1720 ΑΚ που ρυθμίζουν μεταξύ άλλων και την ικανότητα σύνταξης διαθήκης ισχύουν και για την ανάκληση διαθήκης (αρ. 1768 ΑΚ).
Κατά τους ορισμούς του αρ. 1719 ΑΚ πλήρως ανίκανος για σύνταξη διαθήκης είναι εκείνος που έχει υπαχθεί σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης ή μερικής στερητικής συμπαράστασης που ρητά περιλαμβάνει και στέρηση της δυνατότητας σύνταξης διαθήκης 45 (αρ. 1719 εδ. α΄ περ. 1-2 ΑΚ).

Θεωρείται μάλιστα ανίκανος για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία από τη στιγμή που υποβλήθηκε η αίτηση ή συντάχθηκε η πράξη για την αυτεπάγγελτη εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση, με βάση τις οποίες διατάχθηκε η υποβολή του στη δικαστική συμπαράσταση (αρ. 1719 εδ. β΄ ΑΚ). Δεν γίνεται αναφορά στην επικουρική στερητική συμπαράσταση γιατί ως αυστηρά προσωποπαγής δικαιοπραξία που καταρτίζεται αυτοπροσώπως η σύνταξη διαθήκης δεν είναι δυνατό να προϋποθέτει την έγγραφη συναίνεση τρίτου 46. Στην πλήρη επικουρική
συμπαράσταση δεν υπάρχει ικανότητα σύνταξης διαθήκης, σε αντίθεση με τα ειδικώς προβλεπόμενα για τη στερητική συμπαράσταση.

Πλήρως ανίκανοι θεωρούνται και εκείνοι που κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους (αρ. 1719 εδ. α΄ περ. 3 ΑΚ), δηλαδή οι παροδικά ανίκανοι.
Σημειώνεται πως οι ανωτέρω περιπτώσεις δεν ταυτίζονται ποιοτικά με εκείνες της ανικανότητας ανάγνωσης που αποκλείει τη δυνατότητα σύνταξης ιδιόγραφης ή μυστικής διαθήκης (αρ. 1723 και 1748 ΑΚ αντιστοίχως).
Παρότι η άρση της ικανότητας του υποβληθέντος σε συμπαράσταση να επιλαμβάνεται των υποθέσεών του και επομένως και να καταρτίζει εγκύρως δικαιοπραξίες επέρχεται με τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που τον υποβάλει σε καθεστώς συμπαράστασης, η διάταξη του αρ. 1720 ΑΚ επιφέρει μεταβολή του χρονικού σημείου άρσης σε ορισμένες ρητά αναφερόμενες ειδικές περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, αν ο συμπαραστατούμενος, από τον οποίο αφαιρέθηκε ή έχει αφαιρεθεί ρητά η ικανότητα να συντάσσει διαθήκη, συνέταξε διαθήκη προτού καταστεί τελεσίδικη η απόφαση που τον υπέβαλε στη δικαστική συμπαράσταση, η μεταγενέστερη τελεσιδικία της απόφασης δεν επιδρά στο κύρος της διαθήκης, αν ο διαθέτης πεθάνει πριν από την τελεσιδικία. Το ίδιο ισχύει, αν συνέταξε διαθήκη μετά την υποβολή της αίτησης για άρση της δικαστικής συμπαράστασης ή την έκδοση της πράξης με την οποία εισάγεται αυτεπαγγέλτως η υπόθεση της άρσης στο δικαστήριο και η άρση έγινε σύμφωνα με την αίτηση ή την πράξη.

Η διαθήκη που συντάσσεται από πρόσωπο που στερείται της σχετικής δυνατότητας είναι άκυρη (αρ. 1718, 1719 ΑΚ), έστω κι αν μεταγενέστερα ο διαθέτης ανακτήσει τη σχετική ικανότητα 47. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δηλαδή προτείνεται
από τον καθένα που έχει έννομο συμφέρον και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο

4. Ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης

α. Γενικά

Καθίσταται φανερό πως η κατανόηση των περί δικαιοπρακτικής ικανότητας ρυθμίσεων απαιτεί μια σύντομη περιγραφή του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης, που αποτέλεσε τμήμα μιας από τις ευρύτερες μεταρρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα και αφορά την προσπάθεια αρωγής των δικαιοπρακτικά ανίκανων ή περιορισμένα ικανών στη συμμετοχή τους στη συναλλακτική ζωή.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ξεκίνησε μια ευρεία προσπάθεια μεταρρύθμισης και εκσυγχρονισμού του Αστικού Κώδικα, κυρίως αναφορικά με το οικογενειακό δίκαιο, το οποίο πλέον εμφανιζόταν παρωχημένο και σε απόσταση από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ήταν κατεξοχήν ο Ν. 1329/1983 που αναμόρφωσε τις ρυθμίσεις του οικογενειακού δικαίου αποκρυσταλλώνοντας την αρχή της ισότητας των φύλων. Τμήμα της συνολικής μεταρρύθμισης υπήρξε και η εισαγωγή του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης με τον Ν. 2447/1996, οι προεργασίες του οποίου είχαν ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Επρόκειτο για μια ριζική μεταβολή της έως τότε κατάστασης, που επέφερε την ενοποίηση των παλαιότερων θεσμών της δικαστικής αντίληψης και της δικαστικής απαγόρευσης, υποδεικνύοντας μια διαφορετική οπτική στην αντιμετώπιση των ατόμων που χρήζουν προστασίας και βοήθειας κατά τη διαχείριση των υποθέσεών τους.

Η ρύθμιση αποσκοπεί στη διαφύλαξη της δυνατότητας συμμετοχής στις συναλλαγές προσώπων που λόγω πάθησης ή αναπηρίας αδυνατούν να επιλαμβάνονται μόνα των υποθέσεών τους ή λόγω εξαρτήσεων εκθέτουν σε κίνδυνο τον εαυτό τους ή τους οικείους τους με την παράλληλη προστασία και επιμέλειά τους και από δικές τους ενέργειες που οφείλονται στην πάθηση ή κατάστασή τους και είναι δυνατόν να τους βλάψουν. Επειδή μάλιστα σκοπός δεν είναι ο αποκλεισμός των πασχόντων και λοιπών ανωτέρω άξιων προστασίας προσώπων, η πλήρης στέρηση της δικαιοπρακτικής τους ικανότητας προβλέπεται ως έσχατο μέσο και απότοκο πάντοτε της σχετικής επιστημονικής κρίσης και γνωμάτευσης 48.

Έτσι ο ανωτέρω στόχος επιδιώκεται είτε με το διορισμό τρίτου προσώπου επιφορτισμένου με το καθήκον να επικουρεί τα υποβαλλόμενα σε συμπαράσταση πρόσωπα στις συναλλακτικές τους επαφές είτε με την πλήρη υποκατάστασή τους από τρίτο στο σύνολο των επαφών αυτών ή μέρος τους 49. Προβλέπεται επίσης η περίπτωση της προσωρινής δικαστικής συμπαράστασης που δεν συνεπάγεται μείωση ή αφαίρεση της δικαιοπρακτικής ικανότητας, αλλά συνιστά ένα προσωρινό μέτρο δυνάμει του οποίου τρίτο πρόσωπο λειτουργώντας ως νόμιμος αντιπρόσωπος του συμπαραστατούμενου έχει τη δυνατότητα να συνάπτει για λογαριασμό αυτού συγκεκριμένες και εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων του δικαιοπραξίες 50.

Ο απλούστερος τρόπος να αποδοθεί η έννοια της δικαστικής συμπαράστασης είναι η περιγραφή των αποτελεσμάτων της. Θα μπορούσε λοιπόν να ειπωθεί πως δικαστική συμπαράσταση είναι το καθεστώς στο οποίο με δικαστική απόφαση κατόπιν αυστηρής διαδικασίας που εκδίδεται σε κλειστή συνεδρίαση τίθεται ένα πρόσωπο που πάσχει από διανοητική ή ψυχική διαταραχή ή πάθηση ή σωματική αναπηρία ή εκθέτει σε κίνδυνο τον εαυτό του και τους οικείους του λόγω έξεων και συμπεριφορών που άπτονται του χαρακτήρα του 51, κατά τη διάρκεια του οποίου είτε το πρόσωπο αυτό είναι πλήρως ανίκανο για ορισμένες ή και όλες τις δικαιοπραξίες, υποκαθιστάμενο στην επιχείρησή τους από το διοριζόμενο δικαστικό του συμπαραστάτη (στερητική συμπαράσταση), είτε προκειμένου να προβεί στην κατάρτιση όλων ή κάποιων εξ αυτών χρειάζεται τη συναίνεσή του (επικουρική συμπαράσταση) 52.

Στη νέα ρύθμιση δόθηκε απόλυτη προτεραιότητα στην προστασία της προσωπικότητας και αξιοπρέπειας των προσώπων αυτών, γεγονός που καταδεικνύεται ήδη από την επιλογή των όρων στη διατύπωση των διάφορων διατάξεων, που έγινε προσεκτικά, μετά από έντονη συζήτηση, προκειμένου, παρά τη λιτότητά τους, να είναι συμβατοί με τα εκάστοτε πορίσματα της ιατρικής επιστήμης και συνάμα να μην ενέχουν τον κίνδυνο στιγματισμού των περιγραφόμενων περιπτώσεων. Επιπλέον τα χρήζοντα δικαστικής συμπαράστασης πρόσωπα αντιμετωπίστηκαν για πρώτη φορά από τον νομοθέτη ως άξια σεβασμού υποκείμενα δικαίου, καθώς, μεταξύ άλλων, αναγνωρίστηκε η δυνατότητα ακόμα και του ίδιου του πάσχοντος να αναλάβει την πρωτοβουλία για την υπαγωγή του στο προστατευτικό καθεστώς.

β. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση (Ουσιαστική Προϋπόθεση-

Διαδικασία)

Για τη θέση ορισμένου προσώπου σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης απαιτείται η τήρηση ορισμένης διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου που καταλήγει στην έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης που καθορίζει τη μορφή και έκταση του περιορισμού της δικαιοπρακτικής ικανότητάς του. Απαιτούνται επομένως τρεις προϋποθέσεις, μια ουσιαστική και δύο τυπικές για την ενεργοποίηση του καθεστώτος της συμπαράστασης:

[Ουσιαστική προϋπόθεση:] – Πρόσωπο που είναι δυνατόν να υποβληθεί σε δικαστική
συμπαράσταση κατά το άρθρο 1666 ΑΚ (Αστικού Κώδικα)

[Τυπικές προϋποθέσεις-Διαδικασία:] – Υποβολή σχετικής αίτησης από τον ίδιο τον πάσχοντα, το σύζυγό του,
τους γονείς του, τα τέκνα του ή τον εισαγγελέα ή Αυτεπάγγελτη κίνηση της διαδικασίας, ήτοι με πρωτοβουλία του
δικαστηρίου

– Έκδοση δικαστικής απόφασης από το Μονομελές Πρωτοδικείο του

τόπου κατοικίας ή διαμονής του συμπαραστατέου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας 53

Από τα παραπάνω κρισιμότερη εν προκειμένω είναι η ανάλυση της ουσιαστικής προϋπόθεσης, προκειμένου να ερευνηθεί η σύνδεσή της με την περίπτωση προσώπων που πάσχουν από άνοια. Οι τυπικές προϋποθέσεις άπτονται δικονομικών ζητημάτων, τα οποία δεν χρήζουν περιγραφής στην παρούσα, με εξαίρεση την προβλεπόμενη για πρώτη φορά δυνατότητα του ίδιου του πάσχοντος να κινήσει τη διαδικασία θέσης του υπό δικαστική συμπαράσταση.

β.i. Ουσιαστική προϋπόθεση (ΑΚ 1666): Υποβαλλόμενα σε δικαστική συμπαράσταση πρόσωπα – Η «πνευματική ή ψυχική διαταραχή» και η υπαγωγή σε αυτή

των περιπτώσεων άνοιας

Το αρ. 1666 ΑΚ προβλέπει δύο κατηγορίες περιπτώσεων που μπορεί να οδηγήσουν σε θέση ορισμένου προσώπου σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης. Η μία άπτεται λόγων που συνδέονται με τη διανοητική, ψυχική ή σωματική κατάσταση του ατόμου και η έτερη με τα αποκαλούμενα «ελαττώματα χαρακτήρα».

Κατά τους ορισμούς του αρ. 1666 § 1 ΑΚ σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλεται ο ενήλικος όταν λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του ή όταν, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, το σύζυγό του, τους κατιόντες ή ανιόντες του. Όπως είναι προφανές, στην πρώτη περίπτωση υπάγονται και τα πρόσωπα εκείνα που πάσχουν από εκφυλιστική της διανοητικής τους κατάστασης πάθηση ή διαταραχή.

Το προϊσχύον του Ν. 2447/1996 δίκαιο διαχώριζε τις περιπτώσεις προβλέποντας δυο διαφορετικά καθεστώτα στέρησης ή περιορισμού της δικαιοπρακτικής ικανότητας. Οι όροι που χρησιμοποιούνταν για τον προσδιορισμό των δυνάμενων να υποβληθούν σε «δικαστική απαγόρευση» ή «δικαστική αντίληψη» προσώπων ήταν μάλλον αδόκιμοι και εμπειρικοί και δεν συμβάδιζαν με την αντίστοιχη ορολογία της ιατρικής επιστήμης, τα πορίσματα της οποίας είναι κρίσιμα σε οποιαδήποτε διαδικασία όπως οι ανωτέρω. Συγκεκριμένα προβλεπόταν πως σε καθεστώς δικαστικής απαγόρευσης, που συνεπαγόταν την πλήρη στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας και την αντίστοιχη αρμοδιότητα του διοριζόμενου «επιτρόπου» μπορούσαν να υπαχθούν ενήλικοι ή και ανήλικοι που έπασχαν από «διαρκή πνευματική νόσο» που απέκλειε τη χρήση του λογικού είτε από σωματική αναπηρία, ιδίως γιατί είχαν γεννηθεί κωφοί, τυφλοί οι άλαλοι. Υπό «δικαστική αντίληψη», με συνέπεια την περιορισμένη στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας και την υποχρεωτική συναίνεση του «αντιλήπτορα» για την εγκυρότητα συγκεκριμένων ρητά οριζόμενων στο νόμο δικαιοπραξιών, υποβάλλονταν μεταξύ άλλων πρόσωπα που έπασχαν από πνευματική νόσο που όμως δεν απέκλειε εντελώς τη χρήση του λογικού αλλά συνεπεία της οποίας βρίσκονταν σε «κατάσταση διφορούμενων φρένων» 54.

Οι όροι που χρησιμοποιούνταν από τις παλαιότερες ρυθμίσεις κρίθηκαν αδόκιμοι ήδη από τις πρώιμες εργασίες της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής. Είναι χαρακτηριστικό πως ήδη από το 1984 ο ορισθείς ως εισηγητής για το δίκαιο της επιτροπείας και της κηδεμονίας καθηγητής Ι. Δεληγιάννης παρατηρούσε πως οι ανωτέρω όροι, όπως και ο γενικότερος όρος «φρενοβλάβεια» που είχε προταθεί από το Σχέδιο του Δικαίου των Προσώπων και του Οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα σαράντα χρόνια νωρίτερα, αγνοούνταν από την ιατρική επιστήμη, ενώ και η διατύπωση περί «στερήσεως ή περιορισμού της χρήσης του λογικού» ήταν επιστημονικά ανακριβής. Έθετε μάλιστα ως συγκεκριμένο ζήτημα για συζήτηση στην επιτροπή αν θα έπρεπε να υιοθετηθεί απόλυτα η σύγχρονή της ορολογία της ψυχιατρικής ή να επιχειρηθεί η διάπλαση μιας νέας γενικής έννοιας που να διευκολύνει την υπαγωγή σε αυτήν των μελλοντικών πορισμάτων που θα προέκυπταν από την πρόοδο της επιστήμης 55 , 56. Ο ίδιος, στο προσχέδιο νόμου που υπέβαλλε χρησιμοποιούσε σχετικά τους όρους «πνευματική ασθένεια» και «μειονεκτική κατάσταση λόγω πνευματικής, ψυχικής ή σωματικής αναπηρίας» 57. Ήδη από την
πρώτη φορά που τέθηκε το ζήτημα ενώπιον της επιτροπής και την πρώτη, γενική επισκόπηση του Προσχεδίου του Εισηγητή προτάθηκε η λύση της χρήσης μια νέας αόριστης νομικής έννοιας, αποσυνδεδεμένης από την ιατρική ορολογία, χωρίς όμως να αναφέρονται στο κείμενο του νόμου τα αποτελέσματα της νόσου, προκειμένου να δοθεί η ευχέρεια στο δικαστή να κρίνει κατά περίπτωση με βάσει και τις σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις αν και σε ποιο βαθμό η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το πρόσωπο συνεπάγεται τη στέρηση της ικανότητας διακρίσεως, επιλέγοντας την υποβολή του στο αντίστοιχο καθεστώς 58. Μάλιστα ως παράδειγμα δυνατών επιλογών αναφέρθηκαν οι όροι που τελικά και χρησιμοποιήθηκαν δώδεκα χρόνια αργότερα, «πνευματικές ή ψυχικές διαταραχές». Παρά τον αρχικό προβληματισμό που ακολούθησε πάντως, στο πρώτο σχετικό Σχέδιο Νόμου που υποβλήθηκε από την Επιτροπή στον Υπουργό Δικαιοσύνης ακολουθήθηκε απόλυτα η ανωτέρω διατύπωση του Προσχεδίου.
Στη δεύτερη φάση της προπαρασκευαστικής εργασίας που ακολούθησε την κυβερνητική αλλαγή και το στάδιο διατύπωσης παρατηρήσεων στο αρχικό σχέδιο από τους διάφορους φορείς το ζήτημα επανήλθε. Στις εργασίες της επιτροπής συζητήθηκε εντονότερα το ζήτημα της ορολογίας, χωρίς να αποφεύγεται ενίοτε κάποια σύγχυση σχετικά με το περιεχόμενο των όρων «ψυχική ή διανοητική διαταραχή» και το αν αυτοί ταυτίζονται ή όχι, γεγονός που οφείλεται πως αρχικά επιχειρήθηκε η προσέγγισή τους χωρίς τη συνδρομή των ειδικών επιστημόνων. Προτάθηκαν επίσης παραλλαγές που περιελάμβαναν και σύντομη περιγραφή των αποτελεσμάτων της διαταραχής ή επανέρχονταν στη χρήση του παλιού όρου «πνευματική ασθένεια» 59 και τελικά για τη διασάφηση ζητήθηκε η αρωγή των ψυχιάτρων και νευρολόγων 60. Αποτέλεσμα ήταν να υιοθετηθεί τελικά η διατύπωση

που αναφέρεται διαζευκτικά σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή και η αντίστοιχη διαμόρφωση άλλων διατάξεων του Αστικού Κώδικα που άπτονται του ζητήματος, όπως του αρ. 131 ΑΚ περί σχετικής δικαιοπρακτικής ανικανότητας, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες επιστημονικές απόψεις της ιατρικής. Όπως τονίστηκε σχετικά στην Εισηγητική Έκθεση της Επιτροπής για την αντικατάσταση των όρων «πνευματική ασθένεια», «αποκλεισμός της χρήσης του λογικού» και «διφορούμενες φρένες», «καταβλήθηκε προσπάθεια να βρεθεί σταθερή και λιτή νομική έννοια, αποσυνδεδεμένη μεν από την αυστηρή επιστημονική ιατρική ορολογία, πλην όμως προσαρμοσμένη στις σύγχρονες επιστημονικές απόψεις ώστε να είναι κατανοητή από τους ειδικούς, η οποία να εκφράζει όλες τις καταστάσεις που αποδίδονται με τους παραπάνω (παλιούς) όρους» 61.

Στο ισχύον δίκαιο έχει τελικά επιλεγεί ένα διπλό κριτήριο για τον προσδιορισμό εκείνων των προσώπων που μπορούν να υπαχθούν σε δικαστική συμπαράσταση σύμφωνα με το αρ. 1666 § 1 περ. 1 ΑΚ, η οποία και ενδιαφέρει την παρούσα. Θα πρέπει καταρχάς να διαπιστώνεται με τη βοήθεια πραγματογνώμονα αφενός πως το συγκεκριμένο πρόσωπο πάσχει από διανοητική ή ψυχική διαταραχή, αφετέρου δε πως αυτή έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία του να φροντίζει εν όλω ή εν μέρει για τις υποθέσεις του.

Στην Εισηγητική Έκθεση της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής τονίζεται πως η επιλογή της έννοιας της «ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής» έγινε κατόπιν συνεννόησης με ειδικούς επιστήμονες, καλύπτει όλες τις καταστάσεις που υπάγονταν στους όρους που χρησιμοποιούσε η παλαιά αντίστοιχη διάταξη και περιλαμβάνει
«τόσο τις γνήσιες ψυχώσεις όσο και τις λεγόμενες οργανοψυχικές παθήσεις που οφείλονται σε παθολογοανατομικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου ή και άλλες εγκεφαλικές διαταραχές» 62 , 63 . Η νέα διατύπωση είναι σαφώς ευρύτερη και ευπροσάρμοστη στις

μεταβολές των πορισμάτων της ιατρικής επιστήμης, ώστε να μπορεί να καταλάβει όλες τις πιθανές περιπτώσεις πασχόντων από μη σωματικές ασθένειες ή διαταραχές, για τους οποίους απαιτείται η λήψη προστατευτικών μέτρων 64. Σχετικά έχει παρατηρηθεί πως στο πεδίο της ρύθμισης υπάγονται τόσο οι ενδογενείς όσο και οι εξωγενείς ψυχώσεις, καθώς και οποιαδήποτε ψυχική ή διανοητική πάθηση ή διαταραχή, ανεξαρτήτως της αιτίας της 65. Θα πρέπει να σημειωθεί πως ρητά η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή υπήγαγε στην περίπτωση 1 του αρ. 1666 και τις περιπτώσεις ηλικιωμένων που λόγω της ηλικίας τους βρίσκονται σε κατάσταση ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή σωματικής αναπηρίας 66 ή γενικότερα
εξασθένησης των πνευματικών ή σωματικών τους δυνάμεων. Καθίσταται επομένως φανερό πως ως περίπτωση διαταραχής του αρ. 1666 ΑΚ αντιμετωπίζεται και η γεροντική άνοια. Παρότι τούτο καθίσταται αναμφισβήτητο λόγω της εκπεφρασμένης ανωτέρω θέσης της ίδιας της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, στο ίδιο αποτέλεσμα θα κατέληγε και η ελλείψει αυτής ερμηνεία της κρίσιμης διάταξης. Εξάλλου, και υπό την προϊσχύουσα ρύθμιση που απαιτούσε «μόνιμη πνευματική νόσο», έννοια υπάλληλη της ισχύουσας, γινόταν νομολογιακά δεκτό πως η γεροντική άνοια συνιστούσε τέτοια περίπτωση 67. Κρίσιμο σε κάθε περίπτωση είναι πως η όποια διαταραχή, σε οποιοδήποτε αίτιο κι αν οφείλεται, θα πρέπει να συνεπάγεται το σημαντικό περιορισμό του αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας και κατ’ επέκταση της ελεύθερης διαμόρφωσης βούλησης και κρίσης 68.

Επισημαίνεται επιπλέον πως η ανωτέρω διαταραχή δεν απαιτείται πια να είναι μόνιμη˙ αρκεί και παροδική διαταραχή για την υποβολή ορισμένου προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση 69. Αυτή η νομοθετική επιλογή δεν συνεπάγεται και τη δυνατότητα να υπόκειται σε δικαστική συμπαράσταση κάθε περίπτωση προσώπου που πάσχει από οιαδήποτε προσωρινή διαταραχή, όπως π.χ. άτομα που πάσχουν από επιληπτικές κρίσεις. Εντάσσεται απλώς στην πρόθεση του νομοθέτη να επιλέξει κατά το δυνατόν ελαστικές γενικές έννοιες, αφήνοντας στον εφαρμοστή του δικαίου, το αρμόδιο δικαστήριο, την εξειδίκευσή τους και την επιλογή του προσφορότερου μέτρου, μετά από στάθμιση των συγκεκριμένων περιστατικών και της βαρύτητας της συγκεκριμένης κάθε φορά διαταραχής, με τη βοήθεια και της αντίστοιχης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Απαγκιστρώνεται έτσι το δικαστήριο από το πρόβλημα που δημιουργείτο υπό το προϊσχύον δίκαιο, που απαιτούσε τη μονιμότητα της πάθησης, αναφορικά με περιπτώσεις όπου ασθενής που έπασχε από ψυχική ή διανοητική «νόσο» εμφάνιζε τα λεγόμενα «φωτεινά διαλείμματα», στιγμές δηλαδή που η αντίληψη και η κρίση του λειτουργούσαν φυσιολογικά, οπότε και θα μπορούσε να θεωρηθεί πως δεν συντρέχει η ανωτέρω προϋπόθεση της μονιμότητας 70. Εξάλλου σε

καμιά περίπτωση δεν υφίσταται κίνδυνος εγκλωβισμού προσώπου στο καθεστώς της δικαστικής συμπαράστασης, καθώς το αρ. 1685 ΑΚ προβλέπει την άρση της εφόσον εκλείψουν οι λόγοι που την επέβαλαν και επομένως τη λειτουργία της μόνο για όσο χρονικό διάστημα υφίσταται αδυναμία επιμέλειας των υποθέσεών του.

Δεδομένης της τελικής επιλογής του όρου «διαταραχή» αντί του παλαιού «νόσος» και προκειμένου να αποφευχθεί η υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση προσώπων που πάσχουν από ελαφρές διαταραχές που όμως δεν παρεμποδίζουν τη δυνατότητά του να συναλλάσσονται και γενικότερα να επιλαμβάνονται των υποθέσεών τους, στο ανωτέρω «παθολογικό» κριτήριο προστέθηκε επιπλέον και η περιγραφή του αποτελέσματος που πρέπει να έχει η διαταραχή για να δικαιολογεί την προστασία του συμπαραστατέου. Προβλέπεται συγκεκριμένα πως η διαταραχή θα πρέπει να συνεπάγεται την μερική ή ολική αδυναμία του πάσχοντος να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του, προσωπικές ή περιουσιακές, οι οποίες έχουν νομική σημασία 71. Η διάταξη δεν αναφέρεται σε αδυναμία αυτοπρόσωπης επιμέλειας, αλλά σε ουσιαστικό περιορισμό της δυνατότητας της αυτόνομης δράσης είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω τρίτου προσώπου (εκούσιου αντιπροσώπου) 72, δηλαδή της ικανότητας διάθεσης και δέσμευσης του προσώπου ως συνέπειας του περιορισμού της ικανότητας αντίληψης και κρίσης 73. Εντούτοις δεν μπορεί να λειτουργήσει ο θεσμός της δικαστικής
συμπαράστασης σε δικαιοπραξίες αυστηρά προσωποπαγείς και φύσει ανεπίδεκτες αντιπροσώπευσης, όπως ο γάμος ή η σύνταξη διαθήκης, αλλά ούτε και σε άλλες προσωποπαγείς πράξεις δικαίου που κατ’ εξαίρεση και δυνάμει ειδικής διάταξης μπορούν να επιχειρηθούν και από τρίτο (π.χ. εκούσια αναγνώριση τέκνου αρ. 1475 §1 και 3 ΑΚ) 74. Υποστηρίζεται εξάλλου πως για την κατάφαση της αδυναμίας επιμέλειας θα πρέπει να υφίσταται εξ αυτής κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα του πάσχοντος, παρότι τέτοιος όρος δεν τίθεται ρητά από τις σχετικές διατάξεις. Κατά την σχετική ερμηνευτική άποψη, μόνο τότε υφίσταται λόγος που δικαιολογεί το δραστικό μέτρο του περιορισμού ή της άρσης της δικαιοπρακτικής ικανότητας χάριν προστασίας του πάσχοντος, γι’ αυτό και τελολογικά θα πρέπει να γίνεται δεκτή αυτή η πρόσθετη προϋπόθεση 75.

Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί πως όλα τα παραπάνω, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης, αφορούν μόνο ενήλικες πάσχοντες, πρόσωπα δηλαδή που έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος ηλικίας. Μόνο κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητας και εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω όροι είναι δυνατή η υποβολή ανηλίκου σε δικαστική συμπαράσταση, αλλά ακόμα και τότε τα αποτελέσματα θα επέλθουν με την ενηλικίωσή του. Προκειμένου περί ανήλικου πάσχοντος δεν συντρέχει λόγος θέσης του σε δικαστική συμπαράσταση, αφού, ακόμα και αναφορικά με εκείνες τις δικαιοπραξίες τις οποίες δικαιούται να καταρτίσει μόνος του κάθε ανήλικος 76, ως προς τις οποίες άλλωστε ακόμα και υπό φυσιολογικές συνθήκες ο ανήλικος τελεί υπό την εποπτεία των ασκούντων τη γονική μέριμνα ή του επιτρόπου του, ορθότερο είναι να θεωρείται πως αρμόδιοι θα είναι ακριβώς οι ασκούντες τη γονική μέριμνα ή ο επίτροπος. 77

β.ii. Διαδικασία – Αναγνώριση στον πάσχοντα δυνατότητας κίνησής της

Αναφορικά με τις τυπικές προϋποθέσεις της δικαστικής συμπαράστασης, το πλέον δικαιοπολιτικά ενδιαφέρον για την παρούσα σημείο είναι η δυνατότητα που παρέχεται πλέον και στον ίδιο τον πάσχοντα από διανοητική ή ψυχική διαταραχή, όπως η άνοια, να αναλάβει την πρωτοβουλία της θέσης του υπό δικαστική συμπαράσταση. Το αρ. 1667 § 1 εδ. α΄ ΑΚ ορίζει πως τη σχετική αίτηση νομιμοποιούνται να υποβάλουν ο ίδιος ο πάσχων, ο σύζυγός του, εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση οι γονείς ή τα τέκνα του, ο εισαγγελέας, ενώ προβλέπεται και η δυνατότητα αυτεπάγγελτης κίνησης της διαδικασίας.
Η διάταξη αυτή δημιούργησε προβληματισμό σχετικά με τη νομική αντιμετώπιση του πάσχοντος και του νομικού του status, δεδομένου πως φαίνεται να του αναγνωρίζεται τελικά in abstracto δικαιοπρακτική ικανότητα εισαγόμενης εξαίρεσης στα αρ. 131 και 171 ΑΚ μετά την αναδιατύπωση των αρ. 63 § 1 ΚΠολΔ και 802 § 1 ΚΠολΔ αναφορικά με την ικανότητα δικαστικής παράστασης 78. Υπογραμμίστηκε όμως πως η δικονομική και ουσιαστική κατοχύρωση της πρωτοβουλίας του πάσχοντος αποτελεί εξειδίκευση του δικαιώματος για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και αποσκοπεί στο να τονίσει την αντιμετώπισή του από το δίκαιο ως υποκειμένου της σχετικής δίκης, άξιου προστασίας τη νομοθετική επιλογή να επιδιώκεται όχι ο αποκλεισμός του αλλά η κατά το δυνατόν προσφορότερη ρύθμιση της συμμετοχής του στις συναλλαγές κατά τρόπο που δεν θα θίγει τα συμφέροντά του 79. Όπως άλλωστε εύστοχα παρατηρείται, στην πράξη είναι εντελώς περιορισμένη η πιθανότητα ενεργοποίησης του άρθρου αυτού με την υποβολή αυτοπροσώπως της σχετικής αίτησης ή τη χορήγηση προς τούτο πληρεξουσιότητας, ενώ κι αν ακόμα συμβεί αυτό η αίτηση θα έχει περισσότερο το χαρακτήρα απλής εξωτερίκευσης βούλησης 80.

γ. Αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης

γ.i. Μορφές δικαστικής συμπαράστασης

Εφόσον το δικαστήριο κρίνει πως πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του αρ. 1666 ΑΚ και η εξεταζόμενη συγκεκριμένη περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του το δικαστήριο υποχρεούται 81 να θέσει το πρόσωπο που αφορά η
αίτηση σε δικαστική συμπαράσταση. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο παρέχει ευρεία ευχέρεια στο αρμόδιο να αποφασίσει δικαστήριο ως προς την επιλογή της μορφής που θα έχει το καθεστώς της δικαστικής συμπαράστασης ενόψει της συγκεκριμένης κάθε φορά περίπτωσης και των ιδιαιτεροτήτων της. Οι δυνατότητες του δικαστηρίου παρατίθενται στο αρ. 1676 ΑΚ. Εκεί ορίζεται πως ανάλογα με τα εκάστοτε πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, το δικαστήριο μπορεί να θέσει τον συμπαραστατέο είτε σε πλήρη ή μερική στερητική συμπαράσταση είτε σε πλήρη ή μερική επικουρική συμπαράσταση είτε τέλος σε καθεστώς που θα αποτελεί συνδυασμό των δύο ανωτέρω μορφών.

Στερητική δικαστική συμπαράσταση καλείται η περίπτωση όπου το άτομο που αφορά η υποβληθείσα αίτηση κηρύσσεται απόλυτα ανίκανο για την επιχείρηση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας (πλήρης στερητική συμπαράσταση) ή ορισμένων, ρητά κατονομαζόμενων και περιοριστικά απαριθμούμενων 82 στη δικαστική απόφαση δικαιοπραξιών (μερική στερητική συμπαράσταση). Τις δικαιοπραξίες αυτές είναι πλέον αρμόδιο να καταρτίζει για λογαριασμό του συμπαραστατούμενου τρίτο πρόσωπο που διορίζεται ως συμπαραστάτης του (αρ. 1669-1671 ΑΚ) και αποτελεί το νόμιμο αντιπρόσωπό του. Αν ενόσω διαρκεί η στερητική δικαστική συμπαράσταση επιχειρήσει αυτοπροσώπως απαγορευμένη δήλωση βουλήσεως ο συμπαραστατούμενος αυτή θεωρείται άκυρη (αρ. 170), πρόκειται δε για απόλυτη ακυρότητα, ήτοι ακυρότητα την οποία μπορεί να προτείνει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Για να πρόκειται περί στερητικής δικαστικής συμπαράστασης θα πρέπει τούτο να ορίζεται ρητά στην απόφαση. Διαφορετικά θεωρείται πως επιβάλλεται επικουρική συμπαράσταση.

Επικουρική δικαστική συμπαράσταση είναι το καθεστώς στο οποίο προκειμένου ο συμπαραστατούμενος να καταρτίσει έγκυρα οποιαδήποτε δικαιοπραξία (πλήρης επικουρική συμπαράσταση) ή ορισμένες, ρητά απαριθμούμενες στη σχετική δικαστική απόφαση δικαιοπραξίες (μερική επικουρική συμπαράσταση) προϋποτίθεται η έγγραφη συναίνεση (αρ. 1683 εδ. α΄ ΑΚ) του δικαστικού του συμπαραστάτη, ο οποίος ενέχει θέση νομικού παραστάτη και όχι νόμιμου αντιπροσώπου 83. Η συναίνεση πρέπει να προηγείται της πράξης και τυχόν έλλειψή της δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση 84. Αν δεν δοθεί η έγγραφη συναίνεση του συμπαραστάτη πριν την επιχείρηση της πράξης ο συμπαραστατούμενος μπορεί με αίτησή του (αρ. 1683 εδ. β΄ ΑΚ και 802 § 1 ΚΠολΔ) να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου συνήθους διαμονής του – αρ. 740 §

1 και 801 § 1 ΚΠολΔ), προκειμένου να ζητήσει από αυτό τη σχετική συναίνεση. Τυχόν επιχείρηση της δικαιοπραξίας χωρίς τη συναίνεση του συμπαραστάτη την καθιστά άκυρη. Η ακυρότητα στην περίπτωση αυτή είναι σχετική, μπορούν δηλαδή να την επικαλεστούν μόνο συγκεκριμένα πρόσωπα, ήτοι ο δικαστικός συμπαραστάτης, ο συμπαραστατούμενος, οι ειδικοί και καθολικοί του διάδοχοι. Ειδικά αν πρόκειται για σύναψη γάμου που έγινε χωρίς τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη (1352 § εδ΄ α ΑΚ) και κατά συνέπεια πάσχει από ακυρότητα (1372 § 1 εδ. α΄ ΑΚ), την ακύρωσή του μπορούν να ζητήσουν με αγωγή οι σύζυγοι, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και ο εισαγγελέας αυτεπαγγέλτως (αρ. 1378 αριθ. 1 ΑΚ).
Αν ο πάσχων κηρυχθεί σε μερική στερητική ή επικουρική συμπαράσταση, ανεξάρτητα από τις κατονομαζόμενες στην απόφαση δικαιοπραξίες τις οποίες αφορά η συμπαράσταση και εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην απόφαση, εκ του νόμου είναι ανίκανος ή αντίστοιχα περιορισμένα ικανός να επιχειρεί τις δικαιοπραξίες που δεν μπορεί να επιχειρεί ο επίτροπος του ανηλίκου χωρίς άδεια του δικαστηρίου και να ενεργεί τις συναφείς δίκες (αρ. 1678 § 2 ΑΚ και 1624-1625 ΑΚ) καθώς και να καταρτίζει χαριστικές δικαιοπραξίες, να εισπράττει απαιτήσεις ή να παρέχει εξόφληση (αρ. 1678 § 3 ΑΚ).
Το δικαστήριο είναι ελεύθερο να συνδυάσει κατά την κρίση του στερητική και επικουρική δικαστική συμπαράσταση, προβλέποντας αναλυτικά στην απόφαση εκείνες τις περιπτώσεις δικαιοπραξιών για τις οποίες ο πάσχων κηρύσσεται πλήρως ανίκανος για δικαιοπραξία και εκείνες που θα δύναται να επιχειρήσει και ο ίδιος με την προηγούμενη συναίνεση του συμπαραστάτη του. Ο συνδυασμός μπορεί να συνίσταται και στην αφαίρεση από τον υποβαλλόμενο σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση της αυτοπρόσωπης διοίκησης της περιουσίας του, είτε στερώντας του ταυτόχρονα και την ελεύθερη διάθεση των εισοδημάτων από αυτήν είτε όχι, και την ανάθεσή της στο δικαστικό συμπαραστάτη (αρ. 1679 εδ. β΄ ΑΚ).

γ.ii. Επέλευση και λήξη των αποτελεσμάτων της δικαστικής συμπαράστασης – Σύνδεση

με το διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη

Τα ανωτέρω αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης επέρχονται από τη δημοσίευση της σχετικής δικαστικής απόφασης (αρ. 1681 εδ. α΄ ΑΚ). Πρόκειται για παρέκκλιση από τον κανόνα της επέλευσης του αποτελέσματος των διαπλαστικών αποφάσεων, αυτών δηλαδή που δημιουργούν άμεσα μια νέα πραγματική κατάσταση, από την τελεσιδικία τους, ήτοι από τότε που εξαντλήθηκε η άσκηση των τακτικών ένδικων μέσων εναντίον τους ή κατέστησαν απρόσβλητες από αυτά 85.

Εξαίρεση από τον κανόνα του αρ. 1681 εδ. α΄ ΑΚ προβλέπει το αρ. 1719 εδ. α΄ ΑΚ που ορίζει πως ειδικά η ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης αρχίζει από τη στιγμή που υποβλήθηκε η αίτηση δικαστικής συμπαράστασης ή συντάχθηκε η αντίστοιχη πράξη για την αυτεπάγγελτη εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση, δηλαδή σε χρονικό σημείο προγενέστερο του προβλεπομένου στον ανωτέρω κανόνα. Από την άλλη, ειδικά για την εξαιρετική περίπτωση που ο διαθέτης πεθάνει πριν την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης που κηρύσσει τη δικαστική συμπαράσταση, κι αν ακόμα με την οριστική απόφαση του αφαιρέθηκε ρητή η ικανότητα σύνταξης διαθήκης δεν θεωρείται πως η απόφαση αυτή επιφέρει το ανωτέρω αποτέλεσμα παρά μόνο μετά την τελεσιδικία της. Με άλλα λόγια ουσιαστικά εδώ ως κρίσιμο χρονικό σημείο τίθεται η τελεσιδικία της απόφασης, ειδικά όμως εφόσον ο διαθέτης έχει πεθάνει προ του σημείου αυτού˙ σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή ο θάνατός του ακολουθεί την τελεσιδικία, ισχύει ο βασικός κανόνας και θεωρείται πως η κηρυχθείσα ανικανότητά του ανατρέχει στο χρόνο δημοσίευσης της οριστικής απόφασης. Τέλος, σε δικονομικό επίπεδο, παρά το γεγονός πως από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης ο συμπαραστατούμενος καθίσταται ανίκανος ή περιορισμένα ικανός για δικαιοπραξία, γεγονός που κατά κανόνα συνεπάγεται και την ανικανότητα δικαστικής παράστασης, εντούτοις δυνάμει των αρ. 803 § 1 ΚΠολΔ και 802 § 5 του παρέχεται η δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων.

Το καθεστώς της δικαστικής συμπαράστασης λήγει αυτοδικαίως με το θάνατο του συμπαραστατούμενου ή την κήρυξή του σε αφάνεια ή κατόπιν δικαστικής απόφασης που κηρύσσει την άρση της δικαστικής συμπαράστασης. Κατά το αρ. 1685 § 1 ΚΠολΔ η δικαστική συμπαράσταση αίρεται με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου 86, ύστερα από αίτηση των προσώπων που μπορούν να τη ζητήσουν (1667 § 1 ΑΚ) ή αποκλειστικά του συμπαραστατούμενου όταν η συμπαράσταση επιβλήθηκε λόγω σωματικής αναπηρίας του ή και αυτεπαγγέλτως, αν έλειψαν οι λόγοι που την προκάλεσαν. Προϋποτίθεται δηλαδή και πάλι η ουσιαστική διάγνωση των προϋποθέσεων του αρ. 1666 ΑΚ από την αρνητική τους όψη, ώστε να επιτάσσεται η άρση της συμπαράστασης είτε γιατί επήλθε θεραπεία της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή της σωματικής αναπηρίας, απεξάρτησή του κατά το αρ. 1666 § 1 περ. 2 συμπαραστατούμενου από το αλκοόλ ή της τοξικές ουσίες ή παύση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς του (ασωτίας) είτε γιατί επήλθε τέτοια βελτίωση στη σωματική ή ψυχοπνευματική κατάστασή του που του επιτρέπει να φροντίζει μόνος του για τις υποθέσεις του ή δε συντρέχει πλέον κίνδυνος στέρησης του ιδίου ή των αναφερόμενων στο αρ, 1666 § 1 περ. 2 ΑΚ προσώπων εξαιτίας των εκεί αναφερόμενων ανωτέρω συμπεριφορών και ελαττωμάτων του. Το δικαστήριο πάντως δε δεσμεύεται από το υποβληθέν αίτημα. Έτσι αν κρίνει ότι έχει επέλθει μεταβολή των συνθηκών που επέβαλαν την αρχική απόφαση αλλά όχι μέχρι του σημείου που να δικαιολογείται η λήξη του καθεστώτος της δικαστικής συμπαράστασης μπορεί να αποφασίσει όχι την ανατροπή του αλλά τον μετριασμό του, με την μετατροπή λ.χ. της στερητικής σε επικουρική συμπαράσταση 87.

Με την άρση της δικαστικής συμπαράστασης επέρχεται κατάργηση του καθεστώτος, παύση των εξουσιών του συμπαραστάτη και αποκατάσταση του προσώπου σε κατάσταση πλήρους δικαιοπρακτικής ικανότητας. Αντίθετα η απόφαση που απλώς παύει οριστικό συμπαραστάτη δεν επιφέρει και την ταυτόχρονη άρση του καθεστώτος της δικαστικής συμπαράστασης, αλλά απλώς επιφέρει το διορισμό νέου συμπαραστάτη.
Η απόφαση για την άρση υπόκειται στις ίδιες διατυπώσεις δημοσιότητας με την απόφαση που κηρύσσει τη δικαστική συμπαράσταση (1685 § 3 και 1675 ΑΚ), ήτοι σε δημοσίευση του διατακτικού της στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προκειμένου να διαφυλαχθεί η προστασία των καλόπιστων τρίτων που συναλλάσσονται με το υποβληθέν σε δικαστική συμπαράσταση πρόσωπο.

Κατά την ορθότερη άποψη τα αποτελέσματα της άρσης της δικαστικής συμπαράστασης επέρχονται από την τελεσιδικία της αντίστοιχης δικαστικής απόφασης και όχι από τη δημοσίευσή της 88. Δεν υπάρχει εν προκειμένω διάταξη
αντίστοιχη του ως άνω αρ. 1681 εδ. α΄ ΑΚ που αναφέρεται στην επέλευση των αποτελεσμάτων της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση, οπότε ισχύει ο γενικός κανόνας πως όλες οι ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων επέρχονται με την τελεσιδικία τους. Το αυτό ισχύει και για τη διαπλαστική ενέργεια των διαπλαστικών δικαστικών αποφάσεων 89. Η ερμηνευτική αυτή λύση είναι όμως και τελολογικά ορθότερη. Σκοπός του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης είναι η προστασία των συμφερόντων του συμπαραστατούμενου δεδομένης της ιδιαίτερης κατάστασης στην οποία βρίσκεται. Αυτό το συμφέρον προστασίας δεν ταυτίζεται στα στάδια της επιβολής και της άρσης της δικαστικής συμπαράστασης. Στην πρώτη περίπτωση επιδιώκεται η επίσπευση της επέλευσης των αποτελεσμάτων της συμπαράστασης, προκειμένου να επιτευχθεί η ταχύτερη κάλυψη του συμπαραστατέου και η αποτροπής ενδεχόμενης βλάβης του από δικές του ενέργειες. Αντίθετα, ενόψει της άρσης της δικαστικής συμπαράστασης που συνεπάγεται και την άρση της προστασίας και την αποκατάσταση της ικανότητας και αντίστοιχης ευθύνης του συμπαραστατούμενου επιβάλλεται η ασφαλέστερη διακρίβωση ότι η ενέργεια αυτή είναι πράγματι ενδεδειγμένη και δεν πρόκειται να ζημιώσει τα συμφέροντά του. Για το λόγο αυτό η σχετική κρίση θα πρέπει να έχει τα εχέγγυα της ορθότητας με τα οποία περιβάλλεται η τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Εξάλλου, η άρση της εξουσίας του (οριστικού) δικαστικού δεν μπορεί παρά να επέρχεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, όπως συνάγεται από το αρ. 1681 εδ. β΄ ΑΚ.

δ. Δικαστικός συμπαραστάτης και εξουσίες του

Το δικαστήριο είναι καταρχήν ελεύθερο στην επιλογή του προσώπου του δικαστικού συμπαραστάτη με την επιφύλαξη των προσώπων των οποίων αποκλείεται από το νόμο ο διορισμός (αρ. 1670 ΑΚ 90) και της υποχρέωσης να εξετάσει αρχικά
την καταλληλότητα του τυχόν προταθέντος από τον ίδιο τον πάσχοντα φυσικού προσώπου (αρ. 1669 ΑΚ). Το δικαστήριο δεσμεύεται να ελέγξει κατά προτεραιότητα εκείνον που προτείνεται προς διορισμό από τον πάσχοντα, εφόσον ο τελευταίος έχει συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας του και να τον διορίσει ως δικαστικό συμπαραστάτη εφόσον το κρίνει κατάλληλο και μπορεί κατά το νόμο να διορισθεί. Αν δεν υπάρξει τέτοια πρόταση ή ο προταθείς κριθεί ακατάλληλος το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για τη συγκεκριμένη περίπτωση, «αφού λάβει υπόψη του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου, να αποκλεισθεί συγκεκριμένο πρόσωπο, τους δεσμούς του με τους συγγενείς του ή άλλα πρόσωπα και ιδίως με τους γονείς του, τα τέκνα του και το σύζυγό του, καθώς και τον κίνδυνο από την τυχόν υφιστάμενη αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στον συμπαραστατέο και σ’ αυτόν που πρόκειται να διορισθεί» (αρ. 1669 εδ. β΄ ΑΚ). Στην περίπτωση που παρά την έρευνα δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο για να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία (αρ. 1671 ΑΚ).

Ειδικά για την περίπτωση της στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, όπου ρητά προβλέπεται η εφαρμογή των περί επιτροπείας ανηλίκων διατάξεων (αρ. 1682 εδ. α΄ ΑΚ), είναι δυνατός ο διορισμός περισσοτέρων του ενός δικαστικών συμπαραστατών αν αυτό επιβάλλουν ιδιαίτεροι λόγοι που αφορούν το συμφέρον του συμπαραστατούμενου (αρ. 1594 § 1 ΑΚ κατά ρητή παραπομπή). Τυχόν μεταξύ τους διαφωνία επιλύεται από το εποπτικό συμβούλιο ή τελικά από το δικαστήριο (αρ. 1605 ΑΚ). Η εξουσία του οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη αρχίζει με την τελεσιδικία της απόφασης που το διορίζει και παύει όταν καταστεί τελεσίδικη η απόφαση που τον παύει ή αίρει το καθεστώς της δικαστικής συμπαράστασης.

Ο δικαστικός συμπαραστάτης κατά κύριο λόγο υποβοηθά τον συμπαραστατούμενο στις δικαιοπρακτικές του συναλλαγές, είτε καταρτίζοντας για λογαριασμό του δικαιοπραξίες ως νόμιμος αντιπρόσωπος (στερητική συμπαράσταση) είτε απλά παρέχοντας τη συναίνεσή του πριν την επιχείρησή τους από εκείνον (επικουρική συμπαράσταση). Ειδικά όμως στην περίπτωση της στερητικής συμπαράστασης οι αρμοδιότητές του είναι ευρύτερες, καθώς τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής οι περί επιτροπείας ανηλίκων διατάξεις και εκτείνονται στη διαχείριση του συνόλου της περιουσίας του συμπαραστατούμενου, με την επιφύλαξη των απαγορευμένων κατ’ αρ. 1617-1618 ΑΚ πράξεων 91 και εκείνων των κατηγοριών

πράξεων που μπορεί να επιχειρήσει μόνο μετά την άδεια του εποπτικού συμβουλίου (αρ. 1619 ΑΚ 92), την γενική άδεια του δικαστηρίου κατόπιν ειδικής γνωμοδότησης
του εποπτικού συμβουλίου (1623 ΑΚ αναφορικά με τις καταρχήν απαγορευμένες πράξεις του αρ. 1619 ΑΚ) ή την ειδική άδεια του δικαστηρίου κατόπιν γνωμοδότησης του εποπτικού συμβουλίου (1624-1625 ΑΚ 93), επέχοντας τη σχετική υποχρέωση λογοδοσίας και την αντίστοιχη ευθύνη 94.

Αν είναι προφανές ότι ο πάσχων υποβαλλόμενος σε δικαστική συμπαράσταση αδυνατεί να φροντίζει τον εαυτό του 95, όπως είναι δυνατό να συμβαίνει σε περιπτώσεις άνοιας, το δικαστήριο μπορεί να αναθέτει στον δικαστικό συμπαραστάτη εν όλω ή εν μέρει και την επιμέλεια του προσώπου του συμπαραστατουμένου (αρ. 1680 εδ. α΄ ΑΚ). Πρόκειται για ακραίο μέτρο που αγγίζει τον πυρήνα της ελευθερίας προσωπικής δράσης του συμπαραστατούμενου γι΄ αυτό και προϋποθέτει την ανωτέρω ισχυρά αδυναμία του ώστε η λήψη του να καθίσταται αναγκαία. Ακριβώς λόγω του έντονου περιορισμού που εμπεριέχει το μέτρο αυτό και προκειμένου

ακριβώς να προστατευθεί κατά το δυνατόν το δικαίωμα στην προσωπικότητα του πάσχοντος ρητά ορίζεται (αρ. 1680 εδ. β΄ΑΚ) ότι κατά την άσκηση της επιμέλειας, ο δικαστικός συμπαραστάτης οφείλει να εξασφαλίζει σε αυτόν τη δυνατότητα να διαμορφώνει μόνος του τις προσωπικές του σχέσεις, εφόσον του το επιτρέπει η κατάστασή του.

Το έργο του οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη εποπτεύεται από το διοριζόμενο με τη δικαστική απόφαση εποπτικό συμβούλιο (αρ. 1682 εδ. β΄ ΑΚ). Το εποπτικό συμβούλιο μπορεί να αποτελείται από τρία έως πέντε μέλη, τα οποία διορίζονται με την ίδια απόφαση που διορίζει τον δικαστικό συμπαραστάτη από συγγενείς ή φίλους του συμπαραστατουμένου. Στην περίπτωση ιδίως που το δικαστήριο κρίνει πως δεν υπάρχουν κατάλληλοι συγγενείς και φίλοι του συμπαραστατούμενου, μπορεί να διορίσει ως μέλος όργανο της κοινωνικής υπηρεσίας ή και αναθέσει αποκλειστικά σε αυτό το έργο της εποπτείας (αρ. 1682 εδ. γ΄ ΑΚ και 1634 § 2 ΑΚ). Το έργο και η λειτουργία του εποπτικού συμβουλίου ρυθμίζονται από την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων για το εποπτικό συμβούλιο στο θεσμό της επιτροπείας ανηλίκων.

ε. Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης

Ακριβώς επειδή η επέλευση των αποτελεσμάτων της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζει μεν από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης, η ανατροπή της οποίας παραμένει δυνατή ως την τελεσιδικία της, αλλά η εξουσία του δικαστικού συμπαραστάτη ενεργοποιείται ακριβώς με την τελεσιδικία, προβλέπεται ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη. Προσωρινός συμπαραστάτης είναι δυνατόν να διοριστεί οποτεδήποτε πριν ή μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως των δικαιούμενων να ζητήσουν τη συμπαράσταση (αρ. 1672 εδ. α΄ ΑΚ σε συνδυασμό με το αρ. 1667 ΑΚ), είναι όμως υποχρεωτικός ο διορισμός του για το διάστημα από τη δημοσίευση της περί της συμπαράστασης απόφασης και ως την τελεσιδικία της (αρ. 1672 εδ. γ΄ ΑΚ). Το έργο του εποπτεύεται από τον ειρηνοδίκη. Μέτρο παροδικού χαρακτήρα από τη φύση της, η προσωρινή συμπαράσταση λήγει με την τελεσιδικία της απόφασης της κύριας δίκης της δικαστικής συμπαράστασης (αρ. 1673 εδ. α΄ ΑΚ), οπότε και αρχίζει το λειτούργημα του οριστικού συμπαραστάτη. Αν η προσωρινή δικαστική συμπαράσταση έχει διαταχθεί πριν τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης το δικαστήριο οποτεδήποτε μέχρι αυτού του χρονικού σημείου μπορεί και αυτεπαγγέλτως να άρει το προσωρινό αυτό μέτρο αν κρίνει ότι δεν είναι πλέον αναγκαίο για τον συμπαραστατέο (αρ. 1673 εδ. β΄ ΑΚ).
Ο προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης βαρύνεται με τη λήψη κάθε ασφαλιστικού μέτρου που κρίνεται απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο ή την περιουσία του συμπαραστατέου (αρ. 1672 εδ. β΄ ΑΚ), ο κύκλος των αρμοδιοτήτων του είναι δηλαδή περιορισμένος σε σχέση με εκείνων του οριστικού. Ο όρος «ασφαλιστικό μέτρο» δε χρησιμοποιείται με την έννοια του δικονομικού δικαίου προφανώς, αλλά κατά κυριολεξία, περιλαμβάνοντας κάθε μέτρο που αποσκοπεί στη διασφάλιση των συμφερόντων του συμπαραστατέου. Το αρ. 805 § 3 ΚΠολΔ ορίζει περαιτέρω πως το δικαστήριο εφόσον το κρίνει αναγκαίο μπορεί να προβλέψει στην απόφασή του ότι ο προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης θα έχει επιπλέον την αρμοδιότητα να «παραστέκει» τον συμπαραστατέο, που διατηρεί επομένως την πρωτοβουλία, στη διενέργεια κάθε διαδικαστικής πράξης και την άσκηση ενδίκων μέσων τόσο αναφορικά με τη δίκη που αφορά την υποβολή του σε δικαστική συμπαράσταση όσο και σε κάθε άλλη δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Έχει πάντως υποστηριχθεί πως ειδικά αναφορικά με τον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη που ενεργεί στο μεσοδιάστημα από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης και ως την τελεσιδικία της θα πρέπει να γίνει δεκτή η διεύρυνση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων ώστε να συμπίπτουν με εκείνα του οριστικού συμπαραστάτη 96.

Β. Ικανότητα για καταλογισμό (αδικοπραξίες)

Η κατά το δυνατό ολοκληρωμένη γενική παρουσίαση των βασικών ρυθμίσεων του ουσιαστικού αστικού δικαίου που άπτονται της αντιμετώπισης των προσώπων που πάσχουν από άνοια επιβάλλει την αναφορά και στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και τη δυνάμει αυτών ευθύνη τους. Ο όρος «αστική ευθύνη» είναι ευρύς και περιλαμβάνει το σύνολο των κανόνων που διέπουν την υποχρέωση αποκατάστασης ζημίας που προκλήθηκε σε ορισμένο πρόσωπο, καθορίζοντας τους γενεσιουργούς λόγους, τις προϋποθέσεις, τη φύση και την έκταση της αποζημίωσης 97. Η αστική ευθύνη διακρίνεται σε υποκειμενική και αντικειμενική με κριτήριο την ύπαρξη υπαιτιότητας του υπόχρεου σε αποζημίωση ως προϋπόθεσης της σχετικής ευθύνης του. Διακρίνεται επίσης σε δικαιοπρακτική και εξωδικαιοπρακτική. Η δικαιοπρακτική ευθύνη θεμελιώνεται σε υφιστάμενη ενοχική σχέση και προκύπτει ως συνέπεια ανώμαλης εξέλιξής της που συνεπάγεται ζημία του δανειστή από την παράβαση ενοχικών υποχρεώσεων του οφειλέτη. Αντίθετα η εξωδικαιοπρακτική ευθύνη θεμελιώνεται απευθείας στο νόμο, σε ειδικές διατάξεις που προβλέπουν υποχρέωση αποζημίωσης, ανεξάρτητα από δικαιοπρακτική επαφή μεταξύ του υπόχρεου και του δικαιούχου της αποζημίωσης. Περίπτωση εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης αποτελεί και η αδικοπρακτική, η πρωτογενής εκ του νόμου ευθύνη προς αποζημίωση για την ανόρθωση ζημίας λόγω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς 98.

Η βασική διάταξη που καθιερώνει την υποκειμενική ευθύνη στο πεδίο των αδικοπραξιών είναι το αρ. 914 ΑΚ. Κατά τους ορισμούς της προϋπόθεση αποζημίωσης είναι η πρόκληση ζημίας που συνδέεται αιτιωδώς με παράνομη 99 και
υπαίτια συμπεριφορά του δράστη. Βασικός όρος επομένως την ευθύνης με βάση το αρ. 914 ΑΚ είναι η υπαιτιότητα. Με τον όρο υπαιτιότητα επιδιώκεται να αποδοθεί η ενδιάθετη κατάσταση του ατόμου σε σχέση με τη την πράξη ή παράλειψή του και των συνεπειών που επιφέρει αυτή. Υπαιτιότητα είναι η επιλήψιμη και αποδοκιμαζόμενη από την έννομη τάξη ψυχική στάση απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του ενόψει και του προβλεπόμενου ή δυνάμενου να προβλεφθεί αποτελέσματός της 100, διακρινόμενη σε δόλο 101 ή αμέλεια 102. Η κατάφαση της υπαιτιότητας προϋποθέτει ότι το πρόσωπο του οποίου η συμπεριφορά και η ψυχική στάση ελέγχονται έχει ικανότητα για καταλογισμό, η οποία και ενδιαφέρει εν προκειμένω.

Ικανότητα προς καταλογισμό κατά το αστικό δίκαιο είναι η ικανότητα του προσώπου να κρίνει την αντικειμενική πραγματικότητα και να έχει συναίσθηση της σημασίας της συμπεριφοράς του και των αποτελεσμάτων της, να αντιληφθεί δηλαδή αν η ζημιογόνα συμπεριφορά του είναι σύννομη ή παράνομη, επιτρεπτή ή ανεπίτρεπτη 103. Ο νόμος θεωρεί πως η ικανότητα προς καταλογισμό αποτελεί τον κανόνα, γι’ αυτό και δεν ορίζει την έννοιά της αλλά την οριοθετεί αρνητικά προβλέποντας τις περιπτώσεις όπου τέτοια ικανότητα δεν υφίσταται (915-917 ΑΚ).

Ως αντικειμενικό κριτήριο χρησιμοποιούνται η ανηλικότητα ή η σωματική αναπηρία ενώ ως ουσιαστικό η ψυχική και διανοητική κατάσταση του προσώπου. Έτσι ανίκανοι προς καταλογισμό θεωρούνται οι ανήλικοι που δεν συμπλήρωσαν το δέκατο έτος της ηλικίας τους (916 ΑΚ), εκ μόνης της ηλικίας τους και χωρίς να απαιτείται κάποια επιπλέον αξιολόγηση της συμπεριφοράς τους, καθώς και οι ανήλικοι που συμπλήρωσαν το δέκατο αλλά όχι το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας τους και οι κωφάλαλοι που αποδεικνύεται πως ενήργησαν «χωρίς διάκριση», χωρίς δηλαδή να έχουν την ικανότητα να διακρίνουν τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς τους, ενόψει της ψυχοπνευματικής τους ανάπτυξης (αρ. 917 ΑΚ).

Η ενδιαφέρουσα όμως αναφορικά με τους πάσχοντες από άνοια διάταξη είναι αυτή του αρ. 915 ΑΚ που ορίζει ότι εκτός από τους κάτω των δέκα ετών ανηλίκους ανίκανοι προς καταλογισμό κρίνονται και όσοι έπραξαν χωρίς να έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή ενώ βρίσκονταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της κρίσης και της βούλησής τους. Η διατύπωση της διάταξης είναι ταυτόσημη με εκείνη της ανωτέρω αναλυθείσας ρύθμισης του αρ. 131 § 1 ΑΚ. Και εδώ κρίσιμη είναι η εκείνη η διανοητική ή ψυχική διαταραχή που εμποδίζει την αντίληψη της πραγματικότητας και τη διάγνωση της ουσίας, σημασίας και αποδοκιμασίας από την έννομη τάξη της πράξης ή παράλειψης του προσώπου. Η κατάσταση αυτή και το αποτέλεσμά της στη διαμόρφωση της κρίσης και βούλησης του προσώπου αρκεί να υφίστανται κατά το χρόνο τέλεσης της αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς. Ακριβώς λόγω της αδυναμίας αντίληψης του παράνομου χαρακτήρα της πράξης του κατά το κρίσιμο αυτό χρονικό σημείο δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί αυτή στο ζημιώσαντα. Σε ψυχική ή διανοητική κατάσταση που εμποδίζει την ελεύθερη διαμόρφωση της κρίσης και βούλησης και δεν επιτρέπει τη διάγνωση του παρανόμου χαρακτήρα της συμπεριφοράς τους βρίσκονται κατά κανόνα και τα πρόσωπα που πάσχουν από άνοια 104. Κατά συνέπεια, η παράνομη πράξη ή παράλειψή τους δεν μπορεί να τους καταλογιστεί ώστε να γεννηθεί ευθύνη τους κατά το αρ. 914 ΑΚ.
Τα ακαταλόγιστα πρόσωπα δεν ευθύνονται μεν σε αποζημίωση για την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας που προκάλεσαν κατά το αρ. 914 ΑΚ, αλλά το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να τα καταδικάσει στην καταβολή «εύλογης αποζημίωσης», εφόσον η ζημία που προκλήθηκε στο ζημιωθέντα δεν μπορεί για πραγματικούς ή νομικούς λόγους να καλυφθεί από αλλού, όπως από εκείνον που ασκεί την εποπτεία του ακαταλόγιστου (923 ΑΚ) ή δυνάμει σύμβασης ασφάλισης του ζημιώσαντος. Τόσο η επιδίκαση της εν λόγω «εύλογης αποζημίωσης» όσο και το ύψος της ανήκουν στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της κάθε περίπτωσης, ίδια δε την ψυχική και διανοητική κατάσταση του ζημιώσαντος, τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, την προκληθείσα ζημία κ.τ.λ..

Προκειμένου να μην αποκλειστεί η πλήρης αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από ακαταλόγιστο ανήλικο ή ενήλικο ευρισκόμενο υπό δικαστική συμπαράσταση 105 το αρ. 923 ΑΚ προβλέπει την αποκατάστασή της από εκείνον που
ασκεί την εποπτεία του προσώπου. Ο εποπτεύων απαλλάσσεται από την ευθύνη μόνο αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Η διάταξη δηλαδή εισάγει υποχρέωση του εποπτεύοντος να λαμβάνει κάθε κατάλληλο μέτρο προκειμένου να αποτραπεί η πρόκληση ζημίας σε τρίτους από συμπεριφορά του εποπτευόμενου προσώπου και αποσκοπεί όχι πια στην προστασία του ίδιου του εποπτευομένου αλλά των τρίτων με τους οποίους έρχεται σε επαφή. Προκειμένου περί των προσώπων που πάσχουν από άνοια, η διάταξη καλύπτει μόνο εκείνους που έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση. Αν η ζημία προκληθεί από ακαταλόγιστο πάσχοντα που δεν έχει υποβληθεί στο καθεστώς της δικαστικής συμπαράστασης υπάρχει μόνο η δυνατότητα επιδίκασης εύλογης αποζημίωσης κατά το αρ. 918 ΑΚ, εφόσον δεν είναι δυνατή η κάλυψη της ζημίας από αλλού.

Ζήτημα γεννάται ενδεχομένως με τις περιπτώσεις όπου προβλέπεται στο νόμο αντικειμενική ευθύνη, ανεξάρτητη δηλαδή από υπαιτιότητα του υπόχρεου σε αποζημίωση (αρ. 922, 924, 925 ΑΚ, περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση), παρότι το πρόβλημα δεν εμφανίζεται στην πράξη. Με δεδομένο ότι δεν προβλέπεται στο νόμο διάταξη που να ρυθμίζει κατά τρόπο ανάλογο με τη δικαιοπρακτική ικανότητα μια γενική «αδικοπρακτική ικανότητα» θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις αντικειμενικής ευθύνης, στο βαθμό που δεν προϋποθέτουν την ικανότητα προς δικαιοπραξία 106 , 107, βαρύνεται προς αποζημίωση ακόμα και πρόσωπο ανίκανο προς καταλογισμό.

ΙΙΙ. Ποινικό δίκαιο

Α. Γενικά – Βασικές έννοιες

Ποινικό δίκαιο είναι το σύνολο των γραπτών κανόνων δικαίου που τυποποιούν το ποινικό φαινόμενο σύμφωνα με την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα αρχή «nullum crimen nulla poena sine lege scripta certa 108». Πρόκειται για εκείνους τους κανόνες

που αφενός καθορίζουν την γενική αντεγκληματική πολιτική του νομοθέτη ρυθμίζοντας την τοπική και χρονική ισχύ των επιμέρους ρυθμίσεων, προβλέποντας γενικά και αφηρημένα το αντικειμενικό και υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής τους και καθορίζοντας τα είδη των ποινών και των μέτρων ασφαλείας, (γενικό ποινικό δίκαιο),

αφετέρου δε περιγράφουν συμπεριφορές που αποδοκιμάζονται από την έννομη τάξη ως προσβάλλουσες έννομα αγαθά και προβλέπουν για κάθε μια από αυτές την αντίδραση της οργανωμένης κοινωνίας υπό την μορφή επιβολής κάποιας ποινής μέσω των κρατικών οργάνων καταναγκασμού (ειδικό ποινικό δίκαιο – κυρωτικοί κανόνες) 109.

Οι κυρωτικοί κανόνες εμπεριέχουν την περιγραφή του εγκλήματος και την αντίστοιχη ποινική κύρωση. Η νομοτυπική μορφή του εγκλήματος, δηλαδή η περιγραφή του, αναλύεται στην αντικειμενική και υποκειμενική πλευρά της. Η πρώτη περιλαμβάνει την περιγραφή των εξωτερικών οντολογικών στοιχείων της πράξης που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος (υποκείμενο, συμπεριφορά ως ενέργεια ή παράλειψη, ενδεχομένως και αντικείμενο, τόπο και χρόνο τέλεσης ή και αποτέλεσμα της πράξης), την αναγραφή δεοντολογικών στοιχείων που ανάγονται στην αξιολόγηση των εξωτερικών στοιχείων και την τυχόν αναγραφή ενός ή περισσοτέρων εξωτερικών όρων του αξιοποίνου, όρων δηλαδή αναγκαίων για το χαρακτηρισμό της πράξης ως εγκλήματος που όμως βρίσκονται έξω από την πράξη και δε χρειάζεται να καλύπτονται από δόλο ή αμέλεια του δράστη 110. Η δεύτερη, υποκειμενική πλευρά, περιέχει την περιγραφή του εσωτερικού οντολογικού στοιχείου της αξιόποινης πράξης, δηλαδή την περιγραφή της βούλησης του δράστη (δόλο ή αμέλεια, με τις ειδικότερες μορφές τους), η οποία θα πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης και ενδεχομένως στοιχεία που εξειδικεύουν τη βούληση αυτή προσθέτοντας ειδικά ποιοτικά χαρακτηριστικά 111.

Σε επίπεδο αξιολόγησης της συμπεριφοράς που τυποποιείται κατά τα ανωτέρω ως έγκλημα, ερευνάται καταρχήν ο άδικος χαρακτήρας της, το αν δηλαδή πρόκειται πράγματι για συμπεριφορά που αποδοκιμάζεται από το δίκαιο και εν συνεχεία εξετάζεται αν για την πράξη αυτή μπορεί να αποδοθεί μομφή στο συγκεκριμένο δράστη, αν δηλαδή μπορεί να του καταλογιστεί. Συνοπτικά, εφόσον προκύπτει από τη διερεύνηση και επισκόπηση των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών ότι η εξεταζόμενη συμπεριφορά καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος (αρχικά άδικη πράξη) και δεν συντρέχει κάποιος από τους λόγους άρσης του άδικου χαρακτήρα της (αρ. 21, 22 ΠΚ 112 – άσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο και προσταγή, αρ. 22-24 ΠΚ – άμυνα, αρ. 25 ΠΚ – κατάσταση ανάγκης που αποκλείει το άδικο), η πράξη χαρακτηρίζεται τελικά άδικη, δηλαδή αντικειμενικά αποδοκιμαστέα. Εφόσον διαπιστώνεται ο τελικά άδικος χαρακτήρας της πράξης ακολουθεί η αξιολόγηση του δράστη ως υποκειμένου της. Σε δεύτερο επίπεδο λοιπόν ελέγχεται κατά πόσο η συγκεκριμένη αντικειμενικά αποδοκιμαστέα πράξη η παράλειψη μπορεί να καταλογιστεί στο δράστη, κατά πόσο δηλαδή υφίσταται ενοχή του δράστη, ώστε να δικαιολογείται τελικά η αποδοκιμασία και η τιμωρία του 113. Η πράξη ή παράλειψη καταλογίζεται στο δράστη εφόσον έχει ικανότητα προς καταλογισμό, βαρύνεται με υπαιτιότητα, όπως την απαιτεί η συγκεκριμένη κάθε φορά διάταξη, και δεν συντρέχουν έκτακτα περιστατικά που καθιστούν αδύνατη για το συγκεκριμένο δράστη στη δεδομένη περίπτωση τη διάκριση του αδίκου ή τη συμμόρφωσή του με το νόμο ή που αίρουν τον καταλογισμό 114. Στο επίπεδο του καταλογισμού επομένως εμπλέκεται η προβληματική της ικανότητας προς καταλογισμό, δηλαδή της ικανότητας συνείδησης του αδίκου και της ως προς αυτό ελεύθερης διαμόρφωσης της σχετικής βούλησης του δράστη, με την οποία συνδέεται και η αντιμετώπιση των προσώπων που πάσχουν από διαταραχές όπως η άνοια.

Β. Ικανότητα προς καταλογισμό

Η ικανότητα προς καταλογισμό 115 εκλαμβάνεται ως κανόνας από τον ποινικό νομοθέτη, γι΄ αυτό και την οριοθετεί αρνητικά, προβλέποντας τις περιπτώσεις όπου λείπει ή εμφανίζεται περιορισμένη. Στον προσδιορισμό της ανικανότητας για καταλογισμό ο νομοθέτης χρησιμοποιεί σε μία περίπτωση το αμιγώς βιολογικό κριτήριο (αρ. 121 ΠΚ και 126 § 1 ΠΚ) αναφορικά με την περίπτωση των ανήλικων δραστών. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις χρησιμοποιείται η λεγόμενη μεικτή μέθοδος, με το συνδυασμό βιολογικών και αξιολογικών στοιχείων 116. Από τις τελευταίες οι ρυθμίσεις των άρ. 34 και 36 ΠΚ είναι εν προκειμένω κρίσιμες αναφορικά με την ικανότητα καταλογισμού εκείνων των προσώπων που εμφανίζουν άνοια.

1. Ανικανότητα προς καταλογισμό κατά το αρ. 34 ΠΚ.

Το αρ. 34 ΠΚ προβλέπει πως η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για αυτό. Χρησιμοποιεί δηλαδή το μεικτό βιολογικό και ψυχολογικό-αξιολογικό κριτήριο, προϋποθέτοντας μια βιολογική κατάσταση η οποία έχει ως συγκεκριμένο αποτέλεσμα την αδυναμία διάγνωσης του αδίκου ή συμμόρφωσης με την αντίληψη που το πρόσωπο έχει για το άδικο.

Ο όρος «νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών» είναι νομικός όρος, για την αποσαφήνιση του περιεχομένου του οποίου χρήσιμη είναι και η διάταξη του αρ. 123 ΠΚ που αναφέρεται στα μέτρα θεραπείας των ανηλίκων εγκληματιών όπου χρησιμοποιείται η διατύπωση «ψυχική ασθένεια ή άλλη νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών». Γίνεται επομένως πάγια δεκτό πως στον ανωτέρω όρο υπάγεται κάθε περίπτωση πνευματικής ή ψυχικής ασθένειας ή διαταραχής 117˙ δεν περιορίζεται δηλαδή αποκλειστικά η «νοσηρή διατάραξη» στις ψυχιατρικές νόσους υπό αυστηρή έννοια 118, αλλά περιλαμβάνει κάθε ψυχική-πνευματική-νευρολογική ανωμαλία ή αλλοίωση που μπορεί να ανάγεται στη γνωστική, θυμική ή βουλητική λειτουργία 119. Στην έννοια επομένως περιλαμβάνονται όλες οι εκ γενετής ανωμαλίας ή επίκτητες ανεξαρτήτως προελεύσεως, μόνιμες ή παροδικές 120 ψυχώσεις, ψυχοπάθειες, νευρώσεις καθώς και η περίπτωση της «ολιγοφρένειας» 121, που συνίσταται στην άρση ή αναστολή της διανοητικής ανάπτυξης. Εδώ εντάσσονται μεταξύ άλλων και οι οργανικές ή εξωγενείς ψυχώσεις 122, εκείνες δηλαδή που οφείλονται αποδεδειγμένα σε παθολογικό σωματικό αίτιο, όπως οργανικές βλάβες του εγκεφάλου, κατηγορία στην οποία υπάγεται και η γεροντική άνοια 123 αλλά και εκείνες οι μορφές άνοιας που οφείλονται σε σύνδρομα ή νοσήματα 124, όπως στην περίπτωση της νόσου Alzheimer.

Ως διατάραξη της συνείδησης ορίζεται η σύγχυση ή ο αποκλεισμός της αυτοσυνειδησίας ή της συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή της σχέσης μεταξύ του εγώ και του περιβάλλοντος 125. Μπορεί να οφείλεται τόσο σε παθολογικά όσο και σε μη παθολογικά αίτια. Στην πρώτη περίπτωση όμως υπάγεται κατά την ορθότερη άποψη στην έννοια της νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ώστε τελικά ως κρίσιμο αυτοτελές περιεχόμενό της έννοιας «διατάραξη της συνείδησης» να εκλαμβάνεται μόνο η οφειλόμενη σε φυσιολογικά ή ψυχολογικά αίτια διατάραξη 126. Ενδεικτικά παραδείγματα συνιστούν η μέθη του ύπνου, η υπνοβασία, η ύπνωση και η μεθυπνωτική υποβολή, η οξεία υπερκόπωση, το πυρετικό παραλήρημα, η οξεία μέθη, η σφοδρή έκρηξη συναισθημάτων (ψυχική παραφορά) 127.

Το ανωτέρω βιολογικό στοιχείο όμως θα πρέπει να συνδυάζεται με το αξιολογικό προκειμένου να αποκλείεται ο καταλογισμός. Τούτο σημαίνει πως η νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή η διατάραξη της συνείδησης πρέπει να συνεπάγονται την αδυναμία του δράστη να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, να συλλάβει δηλαδή το νόημα του αδίκου ως αντικειμενικής αξίας 128 (ικανότητα αντίληψης) ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για αυτό, δηλαδή να σταθμίσει την τάση του προς την πράξη και τις αναστολές του και τελικά να αποφασίσει να συμπεριφερθεί σύννομα 129 (ικανότητα συμμόρφωσης). Η προσθήκη του όρου αυτού αποτρέπει από το να θεωρείται ακαταλόγιστος κάθε δράστης που ταλαιπωρείται από κάποια από τις ανωτέρω καταστάσεις, χωρίς κανένα έλεγχο της συγκεκριμένης συνέπειας που αυτές έχουν σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη τελεσθείσα πράξη. Κάτι τέτοιο ουσιαστικά θα μπορούσε να υποκαταστήσει σχεδόν απόλυτα στη θέση του δικαστή τον πραγματογνώμονα ειδικό επιστήμονα (ιατρό) που απλώς θα βεβαίωνε την ύπαρξη του βιολογικού στοιχείου.

Ειδικά για τη σχέση μεταξύ πραγματογνώμονα και δικαστηρίου 130 πρέπει να σημειωθεί πως είναι πάγια η θέση πως η διανοητική υγεία του κατηγορουμένου είναι πραγματικό ζήτημα, που ερευνάται εμπειρικά από τον δικαστή, με την άμεση παρατήρηση και την αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και εκτιμάται κυριαρχικά από αυτόν. Δεν είναι δηλαδή υποχρεωμένο το δικαστήριο να διατάξει πραγματογνωμοσύνη αν θεωρεί πως είναι φανερή η φυσιολογική ή αποκλίνουσα από το φυσιολογικό κατά τα ανωτέρω κατάσταση του κατηγορουμένου και δεν υπάρχει ως προς αυτή αμφιβολία. Στην περίπτωση όμως που απορρίπτει αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογήσει ειδικά αυτή του την απόφαση. Έχει υποστηριχθεί πάντως πως όταν από τη διαδικασία γεννώνται υπόνοιες ανικανότητας ή μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό θα πρέπει να διατάσσεται υποχρεωτικά πραγματογνωμοσύνη 131. Σε κάθε περίπτωση ο πραγματογνώμων απλά επικουρεί το δικαστήριο στο έργο του. Θα πρέπει πάντως, εφόσον ζητηθεί η συνδρομή του, να ερευνήσει και να γνωματεύσει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια και απλότητα για την προσωπικότητα του δράστη, την πνευματική και ψυχική του κατάσταση κατά τη στιγμή της τέλεσης της πράξης καθώς και την επίδρασή της στη συνείδηση και διαμόρφωση της βούλησής του. Η τελική κρίση ανήκει στο δικαστή ο οποίος υποχρεούται μεν να λάβει υπόψη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης αλλά δε δεσμεύεται από αυτή. Αρκεί να αιτιολογήσει ουσιαστικά τυχόν απόκλισή του 132.

Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις αποκλείεται ο καταλογισμός της πράξης στο συγκεκριμένο πρόσωπο, δεν υπάρχει δηλαδή ενοχή του, άρα ούτε και τελειωμένο έγκλημα.

2. Ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό (αρ. 36 § 1 ΠΚ)

Το αρ. 36 § 1 ΠΚ ορίζει πως αν εξαιτίας κάποιας από τις αναφερόμενες στο αρ. 34 ΠΚ ως άνω καταστάσεις δεν έχει εκλείψει εντελώς η ικανότητα για καταλογισμό, αλλά μειώθηκε σημαντικά, επιβάλλεται η ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα που διαπράχθηκε ελαττωμένη όμως κατά το αρ. 83 ΠΚ. Ρητά προβλέπεται πως η ρύθμιση δεν καταλαμβάνει την υπαίτια μέθη (αρ. 36 § 2 ΠΚ). Η διάταξη αφορά πρόσωπα καταρχήν ικανά για καταλογισμό. Δεν εισάγει δηλαδή τρίτη κατηγορία δραστών, αλλά αναφέρεται σε άτομα που έχουν μια ιδιάζουσας μορφής ικανότητας, υπό την έννοια πως πρέπει να καταβάλλουν μεγαλύτερη νοητική ή βουλητική προσπάθεια από ό,τι οι υπόλοιποι προκειμένου να συμπεριφερθούν σύννομα, τους είναι δηλαδή δυσκολότερη η αντίληψη του αδίκου και η συμμόρφωση με την αντίληψη αυτή 133. Και πάλι χρησιμοποιείται για τη διαμόρφωση της διάταξης η μεικτή μέθοδος που απαιτεί συνδυασμό βιολογικού και αξιολογικού στοιχείου.
Αναφορικά με το βιολογικό στοιχείο ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, δεδομένου πως το αρ. 36 § 1 ΠΚ παραπέμπει ρητά στο αρ. 34 ΠΚ και στις εκεί έννοιες της «νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών» και της «διατάραξης της συνείδησης». Η διαφορά έγκειται στο αξιολογικό στοιχείο, αφού εδώ απαιτείται ως συνέπεια η μειωμένη αξιολογική ικανότητα του δράστη, σε σχέση με την πλήρη έλλειψή της στο αρ. 34 ΠΚ. Έμμεσα όμως και παρά την παραπομπή στο αρ. 34 προκύπτει ότι αυτές οι ίδιες οι βιολογικές καταστάσεις του αρ. 36 § 1 ΠΚ δεν θα πρέπει να φτάνουν σε βαρύτητα εκείνες του αρ. 34 ΠΚ, αφού έχουν ποιοτικά διαφορετικά αποτελέσματα 134.

Αναφορικά με το αξιολογικό στοιχείο επισημαίνεται πως, αντίθετα με την ανικανότητα του αρ. 34 ΠΚ, ο δράστης εν προκειμένω θα μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο και να πράξει αναλόγως, αλλά η ικανότητά του αυτή είναι ουσιωδώς μειωμένη σε σχέση με τους πλήρως ικανούς λόγω κάποιας από τις αναφερόμενες στο αρ. 34 βιολογικές καταστάσεις. Προϋποτίθεται δηλαδή ότι πάσχει από κάποια από τις καταστάσεις του αρ. 34 ΠΚ, ότι παρ’ όλα αυτά έχει καταρχήν την ικανότητα να ενεργήσει σύννομα, αλλά στην περίπτωση της συγκεκριμένης τελεσθείσας πράξης, λόγω της οφειλόμενης σε κάποιο από τους παραπάνω βιολογικούς λόγους ουσιώδους μείωσης της ικανότητας αντίληψης και συμμόρφωσης είτε δε διέκρινε το άδικο της πράξης είτε το διέκρινε, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί 135. Επισημαίνεται πως σε περίπτωση που υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την μειωμένη ικανότητα του δράστη ισχύει η αρχή in dubio pro reo και θα πρέπει να επιλέγεται η υπαγωγή του στο αρ. 36 § 1 ΠΚ.

Οι παραπάνω διακρίσεις επιτρέπουν την υπαγωγή στο αρ. 36 § 1 ΠΚ και όχι στο 34 ΠΚ της περίπτωσης της αρχόμενης άνοιας, αρτηριοσκληρωτικής, γεροντικής ή οφειλόμενης σε οποιοδήποτε άλλο αίτιο. Εφόσον δεν έχουν εκδηλωθεί σε τέτοιο βαθμό τα συμπτώματα ώστε να προκαλούν πλήρη ανικανότητα αντίληψης, κρίσης και αντίστοιχης διαμόρφωσης της βούλησης ή σύγχυση της συνείδησης, είναι δυνατόν με βάση τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η συγκεκριμένη πράξη να γίνει δεκτή ελαττωμένη ικανότητα του δράστη και να επιβληθεί μειωμένη η προβλεπόμενη ποινή.
Συνέπεια επομένως της διαπίστωσης της ελαττωμένης ικανότητας του αρ. 36 § 1 ΠΚ δεν είναι η απαλλαγή του δράστη, αλλά, εφόσον καλύπτεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, η καταδίκη του με την επιβολή της ποινής που προβλέπεται για το συγκεκριμένο αδίκημα μειωμένης κατά το μέτρο του αρ. 83 ΠΚ 136. Η επιβολή μειωμένης ποινής είναι υποχρεωτική και δεν ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο πάντως μπορεί να κινηθεί εντός των ορίων του αρ. 83 ΠΚ. Σημειώνεται τέλος πως η τυχόν επιβληθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή εκτελείται σε ιδιαίτερα ψυχιατρικά καταστήματα ή ειδικά παραρτήματα των φυλακών, εφόσον κρίνεται πως η κατάσταση του δράστη που κρίθηκε πως έχει μειωμένη ικανότητα για καταλογισμό επιβάλλει ιδιαίτερη μεταχείριση και μέριμνα (αρ. 37 ΠΚ).

IV. Επίλογος

Η άνοια είναι μια ιδιάζουσα εκφυλιστική της πνευματικής λειτουργίας διαταραχή που διέρχεται διάφορα στάδια στην εξέλιξή της με αντίστοιχη επίπτωση στην αντίληψη, κρίση και βούλησή του πάσχοντος, δυσχεραίνοντας την ομαλή συμμετοχή του στην κοινωνική ζωή. Η ένταση με την οποία επηρεάζει την αντίληψη, την ελεύθερη διαμόρφωση της βούλησης και τη δράση του πάσχοντος καθορίζει και την υπαγωγή της στις επιμέρους νομικές ρυθμίσεις και την αντίστοιχη δικαιϊκή αντιμετώπιση του. Στην παρούσα επιχειρήθηκε η κατά το δυνατόν απλούστερη και συνοπτικότερη παρουσίαση μόνο των βασικών ρυθμίσεων που άπτονται της ανωτέρω κατάστασης στο πεδίο του αστικού και ποινικού δικαίου. Αναμφισβήτητα δεν ήταν δυνατή η σε βάθος ανάλυση των επιμέρους ζητημάτων, ενώ δεδομένου πως οι αναγνώστες κατά κανόνα δεν είναι νομικοί επιδιώχθηκε η αποφυγή της εμπλοκής με ειδικότερα θέματα ή το πεδίο του δικονομικού δικαίου, που αφορά την δικαστηριακή εφαρμογή των επιμέρους ρυθμίσεων. Ο νομικός αναγνώστης καλείται να δείξει κατανόηση στην προσπάθεια σύμπτυξης μιας ευρείας ύλης που άπτεται εντελώς διαφορετικών κλάδων του δικαίου και συνδέεται με ένα ζήτημα που δεν είναι μονοσήμαντο. Ο ιατρός ελπίζω πως κατέστη δυνατό να ρίξει μια κλεφτή ματιά στις πολυποίκιλες επιπτώσεις που μπορεί να έχει η διαταραχή σε επίπεδο δικαίου. Ο ρόλος του στην εξειδίκευση των γενικών εννοιών που χρησιμοποιούνται από το δίκαιο είναι κεφαλαιώδης, τόσο με το συγκεκριμένο κάθε φορά ρόλο του στην καθημερινή δικαστηριακή πρακτική ως πραγματογνώμονα όσο όμως και με τον μανδύα του ερευνητή που ανοίγει νέους δρόμους στην επιστήμη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως οι έντονες διεργασίες που έγιναν για την επιλογή ακριβώς αυτών των αόριστων νομικών εννοιών αναγνωρίζουν τη ραγδαία ανάπτυξη της ιατρικής και προσβλέπουν στα πορίσματά της.

1 Ενδεικτικά, βλ. Παπαστερίου, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου Ι/α, 1994, σελ. 4 (βλ. και σελ. 2 όπου και περαιτέρω παραπομπές). Βλ. και Μάνεση, Συνταγματικόν Δίκαιον, 1967, σελ. 66, Τάχο, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 1996, σελ. 37-38
2 Μανωλεδάκης, Σημεία Επαφής της Ιατρικής και της Νομικής Επιστήμης, Θεσμοί και Πρόσωπα, 2002, 141 επ. (146).

3 Brodaty, Η νόσος Alzheimer στην Πρωτοβάθμια Περίθαλψη, 2003, σελ. 4.
4 Ενδεικτικά βλ. Φίλιο, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 2006, σελ. 45-46, Παπαστερίου, ό.π., σελ. 11, Γεωργιάδης Απ., Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 1996, σελ. 24, Παπαντωνίου, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου, 1983, σελ. 65, Παπαγιάννη, Εισαγωγή στο Δίκαιο, 1984, 56-57.

5 Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 21-23, Τάχος, ό.π., σελ. 40-42

6 Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό πως σύμφωνα με το αρ. 36 ΑΚ ικανότητα δικαίου αναγνωρίζεται και στο κυοφορούμενο πρόσωπο αναδρομικά από τη στιγμή της σύλληψής του, εφόσον γεννηθεί ζωντανό.
7 Οι πράξεις δικαίου, οι πράξεις δηλαδή που ενδιαφέρουν το δίκαιο και αποτελούν αντικείμενο ρυθμίσεών του, διακρίνονται σε δίκαιες και άδικες ανάλογα με το αν επιτρέπονται από το δίκαιο ή αποδοκιμάζονται από αυτό και έρχονται σε αντίθεση με κανόνες του. Οι δίκαιες πράξεις διακρίνονται περαιτέρω σε υλικές ενέργειες, οιονεί δικαιοπραξίες, δικαιοπραξίες και δικαιοπρακτικές παραλείψεις. Για την έννοια και τις διακρίσεις των πράξεων δικαίου βλ. αναλυτικά αντί άλλων Καράση, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου – Δικαιοπραξία Ι, 1996, σελ. 74-153, συνοπτικότερα δε ιδίου, Εγχειρίδιο Γενικών Αρχών του Αστικού Δικαίου – Δίκαιο της Δικαιοπραξίας, 1996, σελ. 4-10, Σπυριδάκη Εισηγήσεις Αστικού Δικαίου, 1999, σελ. 77-78

8 Βλ. και τον παλαιότερο ορισμό του Μπαλή, ο οποίος είναι μεν απλούστερος στη διατύπωση αλλά όχι απολύτως ακριβής, σύμφωνα με τον οποίο δικαιοπραξία είναι η δήλωση ιδιωτικής βουλήσεως που κατευθύνεται στην παραγωγή εννόμου αποτελέσματος το οποίο όμως επέρχεται μόνο εκ του ότι το θέλησε ο δηλών – Μπαλή, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, 1961, § 32. Κατά τον Απ. Γεωργιάδη δικαιοπραξία είναι η το πραγματικό, το σύνολο δηλαδή των γεγονότων από τα οποία ο νόμος εξαρτά ορισμένη έννομη συνέπεια, το οποίο περιέχει δήλωση ή πράξη βουλήσεως και το οποίο αναγνωρίζεται από τον νόμο ως λόγος για να επέλθει η έννομη συνέπεια που θέλησε ο δικαιοπρακτών – Βλ. Γεωργιάδη Απ., ό.π., σελ. 328-329. Κατά τον Καράση ως δικαιοπραξία ορίζεται η πράξη δικαίου η οποία μέσω μιας ή περισσοτέρων δηλώσεων βουλήσεως, ενδεχομένως δε και μέσω άλλων νομικών γεγονότων θέτει έναν κανόνα δικαίου που ισχύει μόνο μεταξύ των υποκειμένων της πράξεως στη συγκεκριμένη περίπτωση – Βλ. Καράση, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου – Δικαιοπραξία Ι, 1996, σελ. 112.

9 Δικαιοπραξίες απαρτίζουν τις συνηθέστερες καθημερινές συναλλαγές. Χαρακτηριστικά
παραδείγματα δικαιοπραξιών αποτελούν ενδεικτικά οι μονομερείς δικαιοπραξίες της δωρεάς και της κατάρτισης διαθήκης (καθώς και η ανάκλησή τους), οι συμβάσεις πωλήσεως, μισθώσεως, παροχής υπηρεσιών, εξαρτημένης εργασίας, ενώ πολυμερείς δικαιοπραξίες συνιστούν οι λεγόμενες καταστατικές συμφωνίες που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία νομικού προσώπου, όπως η σύσταση σωματείου.

10 Η υλική νομική πράξη είναι η πράξη με την οποία προκαλείται μεταβολή στον εξωτερικό υλικό κόσμο, με την οποία μεταβολή και μόνο συνδέεται ορισμένη έννομη συνέπεια (π.χ. πνευματική δημιουργία-αρ. 60 ΑΚ-, εύρεση απολωλότος – αρ. 1081ΑΚ-). Πραγματοποιείται δηλαδή χωρίς πρόθεση γνωστοποίησης ορισμένης βούλησης, με σκοπό την παραγωγή ενός αποτελέσματος στο οποίο ο νόμος προσδίδει συνέπειες ανεξαρτήτως της βούλησης του πράττοντος. Έτσι εδώ δεν είναι καν απαραίτητο να υπάρχει βούληση παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων και εξωτερίκευσή της. Αφού επομένως δεν εξαρτώνται από έγκυρη δήλωση βουλήσεως, μπορούν έγκυρα να επιχειρηθούν και από ανίκανο προς δικαιοπραξία και δεν εφαρμόζονται για αυτές ούτε αναλογικά οι περί δικαιοπραξιών διατάξεις ενώ Η οιονεί δικαιοπραξία από την άλλη ενέχει μεν δήλωση με την οποία εξωτερικεύεται παράσταση, συναίσθημα ή βούληση, αλλά συνεπάγεται εκ του νόμου έννομες συνέπειες για τον δηλούντα χωρίς να ενδιαφέρει αν υφίσταται βούλησή του για την επέλευση αυτών των συγκεκριμένων εννόμων αποτελεσμάτων. Ενώ δηλαδή απαιτείται δήλωση, τα αποτελέσματα επέρχονται εκ του νόμου, ανεξαρτήτως αν τα θέλησαν οι δηλούντες, αν τα επιδίωξαν ή αν απέβλεψαν σε αυτά (π.χ. όχληση -340 ΑΚ- που επιφέρει την υπερημερία του οφειλέτη ανεξαρτήτως βούλησης προς τούτο του δηλούντος δανειστή). Η δικαιοπρακτική παράλειψη είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση. Συνίσταται στην παράλειψη δικαιοπρακτικής δήλωσης βουλήσεως, συμπεριφορά στην οποία ο νόμος προσδίδει την ενέργεια δικαιοπραξίας ή οιονεί δικαιοπραξίας (π.χ. παράλειψη αποποίησης της κληρονομίας που εξομοιώνεται με δήλωση αποδοχής της – αρ. 1850 εδ. β΄ΑΚ). Επειδή ακριβώς δεν πρόκειται κάθε φορά για συμπεριφορά εντελώς ανεξάρτητη από τη βούληση και πρωτοβουλία του προσώπου ή την αναμενόμενη από αυτό πράξη, υποστηρίζεται ότι και επί δικαιοπρακτικών παραλείψεων εφαρμόζονται οι περί δικαιοπραξιών διατάξεις που αφορούν τη δικαιοπρακτική ικανότητα και τις περιπτώσεις πλάνης, απάτης και απειλής (βλ. Καράση, ό.π., σελ. 112. Πρβλ. και Γεωργιάδη Απ., ό.π., σελ. 339, σύμφωνα με τον οποίο εφαρμόζεται αναλογικά το σύνολο των περί δικαιοπραξιών ρυθμίσεων). Για τις ανωτέρω διακρίσεις βλ. αντί άλλων Γεωργιάδη Απ., ό.π., σελ. 334-339.

11 Παπαντωνίου, ό.π., σελ. 105, Σημαντήρας, Γενικές Αρχές, 1988, αριθ. 430, Λαδάς, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου Ι, 2007, 384-385, Καράσης, σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ – Κατ’ άρθρον ερμηνεία – Τόμος Ι Γενικαί Αρχαί, 1978, αρ. 127, § 3, σελ. 185, Σπυριδάκης, Η  δικαιοπρακτική (αν)ικανότητα, 2000, σελ. 6

12 Παπαστερίου, ό.π., σημ. 95, σελ. 45, Γεωργιάδης, ό.π., σημ. 170, σελ. 74.

13 Σημειωτέον πως εκείνος που έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία έχει και την ικανότητα δικαστικής παράστασης (αρ. 63 ΚΠολΔ).

14 Γεωργιάδης Απ., ό.π., σημ. 170, σελ. 74, Λαδάς, ό.π., σελ. 385

15 Σημειώνεται πως από την ηλικία των δέκα ετών και μέχρι τη συμπλήρωση του δέκατου τέταρτου έτους ο ανήλικος μπορεί να καταρτίζει αποκλειστικά και μόνο δικαιοπραξίες από τις οποίες αποκτά απλώς και μόνο έννομο όφελος (αρ. 134 ΑΚ), χωρίς να αναλαμβάνει παράλληλα βάρη ή υποχρεώσεις. Από τη συμπλήρωση του δεκάτου τετάρτου έτους ο ανήλικος μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που του δόθηκε για να το διαθέτει ή να το χρησιμοποιεί ελεύθερα καθώς και κάθε τι που κερδίζει από την προσωπική του εργασία (αρ. 135 ΑΚ). Προκειμένου όμως να είναι σε θέση να καταρτίσει σύμβαση εργασίας ως εργαζόμενος και επομένως να αποκερδαίνει από την προσωπική του εργασία θα πρέπει να έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του και να έχει εξασφαλίσει επιπλέον για την ως άνω κατάρτιση τη συναίνεση των προσώπων που ασκούν την επιμέλειά του ή του δικαστηρίου (αρ. 136).

16 Αντιθ. μόνο ο Σπυριδάκης, ό.π., σελ. 81, τασσόμενος υπέρ της σχετικής ακυρότητας
17 Βλ. υποσημ. 13
18 Παπαστερίου, Προϋποθέσεις της ειδικής δικαιοπρακτικής ανικανότητας – Συμβολή στην ερμηνεία του ΑΚ 131, 1981, 32-34 σχετικά με την αφηρημένη, τη συγκεκριμένη και τη μεικτή μέθοδο.
19 Σπυριδάκης, ό.π., σελ. 26. Βλ. όμως και Λαδά, ό.π., σελ. 390-391, ο οποίος, μάλλον ορθά, διαφωνεί
με το χαρακτηρισμό «προσωρινή ή παροδική ανικανότητα», καθώς η ρύθμιση καλύπτει και την περίπτωση προσώπου που βαρύνεται κατά τρόπο διαρκή ή μόνιμο με ψυχικές ή διανοητικές διαταραχές που θα δικαιολογούσαν την υποβολή του σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, αλλά απλώς δεν έχει κινηθεί ακόμα η σχετική διαδικασία.
20 Παπαχρήστου, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, 1979, αρ. 131, § 3, σελ. 315, Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 76

21 Σπυριδάκης, ό.π., σελ. 26

22 Παπαστερίου, ό.π., σελ. 52-53, Παπαντωνίου, ό.π., σελ. 109-110

23 Καράσης, ό.π., αρ. 131, § 2, σελ. 191, Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 76

24 Παπαστερίου, ό.π., σελ. 52-53, Παπαχρήστου, ό.π., αρ. 131, § 6, σελ. 316-317
25 Παπαντωνίου, ό.π., σελ. 110. Βλ. όμως και Παπαστερίου, ό.π., σελ. 54, ο οποίος φαίνεται πως κατέτασσε τουλάχιστον τη γεροντική άνοια («γηρατειά σε συνδυασμό με σωματική και διανοητική εξάντληση») όχι στις «πνευματικές νόσους» αλλά στις περιπτώσεις διαταραχής της συνείδησης. Πρβλ. επίσης ενδεικτικά ΑΠ 610/1988, ΕλΔνη 1989, 304 (χαρακτηρίζει ως πνευματική νόσο αποτέλεσμα της οποίας ήταν ο αποκλεισμός της χρήσης του λογικού την «μαλάκυνση του εγκεφάλου, απότοκον αρτηριοσκληρύνσεως και (την) γεροντικήν άνοια»), ΕφΑθ 9194/1995, ΕλΔνη 1996, 1396 (για την άνοια συνεπεία αρτηριοσκλήρωσης ή βαριάς εγκεφαλοπάθειας ως «φρενοβλάβεια»), ΕφΘεσ 860/1989, Αρμ 1990, 8, ΕφΑθ 10867/1986, ΝοΒ 1987, 560 (εφαρμόζοντας την περιέχουσα τότε – υπό το προϊσχύον δίκαιο – την ίδια έννοια ειδική διάταξη του αρ. 1719 αριθ. 4 ΑΚ, τονίζεται πως «είναι δύσκολος ο ψυχιατρικός διαγνωστικός προσδιορισμός [των διαφόρων περιπτώσεων], ως πχ. η καθοριστική γραμμή μεταξύ απλών γηρατειών και γεροντικής ή αρτηριοσκληρωτικής άνοιας».

26 Η νέα διατύπωση επελέγη μετά από διαφωνίες και μεταξύ ποικίλων προταθεισών λύσεων, ύστερα από συζήτηση των μελών της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Ν. 2447/1996 με ειδικούς επιστήμονες με σκοπό τον εκσυγχρονισμό της παλιάς ορολογίας. Βλ. τα σχετικά πρακτικά της επιτροπής σε Δεληγιάννη (επιμέλεια), Τα Πεπραγμένα…, ό.π., σελ. 175, 184, 201, 202-203, 204, 281 (Παρατηρήσεις Μ. Σταθόπουλου), 332

27 Πρβλ. Εισηγητική Έκθεση Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής Ν. 2447/1996, Κεφ. Γ΄ § 2, σε Δεληγιάννη (επιμέλεια), ό.π., σελ. 126

28 Παπαστερίου, ό.π., σελ. 69-74
29 Παπαστερίου, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου Ι/Β, 1998, σελ. 62, Σπυριδάκης, Η ακυρότης των εν ζωή περιουσιακών δικαιοπραξιών των ανικάνων προς δικαιοπραξίαν προσώπων, 1974, σελ. 63
30 Παπαστερίου, ό.π., σελ. 79, ο ίδιος, Προϋποθέσεις της ειδικής δικαιοπρακτικής ανικανότητας – Συμβολή στην ερμηνεία του ΑΚ 131, 1981, σελ. 73-74
31 Σπυριδάκης, Η δικαιοπρακτική (αν)ικανότητα, 2000, σελ. 39

32 Καρακώστας, Αστικός Κώδικας (Ερμηνεία-Σχόλια-Νομολογία) – Γενικές Αρχές, Τόμος Δεύτερος – Άρθρα 127-276, 2005, αρ. 131, § 150, σελ. 31, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία

33 Παπαστερίου, ό.π., σελ. 81-87, Παπαχρήστου, ό.π., αρ. 131, § 4, σελ. 316, Παπαντωνίου, ό.π., σελ.
111, Σπυριδάκης, ό.π., σελ. 41,
34 Καράσης, ό.π., αρ. 131, ΙΙ§3, σελ. 191, όπου και παραπομπή στην ΑΠ 70/1958, ΝοΒ 6, 661.

35Καρακώστας, ό.π., αρ. 130, § 134, σελ. 26. Βλ. και Αθανασόπουλο, Η αντιπροσώπευση των

ανικάνων και περιορισμένα ικανών προς δικαιοπραξία με την μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου (Ν. 2447/1996), ΕλλΔνη 1997, 1477 επ. (1490), όπου και περαιτέρω παραπομπές.

36 Μπαλής, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, 1961, σελ. 193-194, Παπαντωνίου, ό.π., σελ. 109, Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 76, Παπαστερίου, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου Ι/Β, 1998, σελ. 79-
80, Φίλιος, ό.π., σελ. 324 Καράσης, ό.π., αρ. 131, ΙΙΙ§6, σελ. 192, Παπαχρήστου, ό.π., αρ. 131, § 12, σελ. 318, Καρακώστας, ό.π., αρ. 131, § 153, σελ. 32 (με περαιτέρω παραπομπές). Βλ. και ΟλΑΠ 18/2005, ΕλΔνη 2005, 706. Αντίθ. Σπυριδάκης, Η ακυρότης των εν ζωή περιουσιακών δικαιοπραξιών των ανικάνων προς δικαιοπραξίαν προσώπων, 1974, σελ. 87-89, ο ίδιος Η δικαιοπρακτική (αν)ικανότητα, 2000, σελ. 79-81.

37 Το πλήρες κείμενο της διάταξης του αρ. 131 § 2 ΑΚ έχει ως εξής: « Οι κληρονόμοι μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλλουν για έναν από τους λόγους της προηγούμενης παραγράφου τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο ή προς αυτόν τότε μόνο: 1. αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία 2. αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε ενόσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας 3. αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία που προσβάλλεται».
38 Παπαστερίου, ό.π., σελ. 81, όπου και περαιτέρω παραπομπές

39 Παπαστερίου, ό.π., σελ. 80-81
40 Καράσης, ό.π., αρ. 132, § 3-5, σελ. 193-194

41 Εισηγητική Έκθεση Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής Ν. 2446/1997 σε Δεληγιάννη (επιμέλεια), Τα Πεπραγμένα…, Κεφ. Γ΄ § 9, σελ. 128

42 Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τεύχος Ια, 1998, σελ. 155-157
43 Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 150-153.

44 Αναλυτικά για το ζήτημα βλ. Ψούνη, Το νέο δίκαιο της συγγένειας και της προστασίας των ανικάνων προσώπων (με αφετηρία τον ν. 2447/1996) – Οι επιπτώσεις στις κληρονομικές σχέσεις, 2000, σελ. 15-189

45 Δεδομένης της δυνατότητας κήρυξης μερικής στερητικής συμπαράστασης και της υποχρέωσης του δικαστηρίου να επιβάλλει τους ελάχιστους δυνατούς περιορισμούς που επιβάλλει το συμφέρον του συμπαραστατούμενου, δεν σημαίνει πως το δικαστήριο μπορεί να υποδείξει όρους που περιορίζουν το δυνατό περιεχόμενο της διαθήκης. Μπορεί μόνο να επιβάλλει τυπικούς περιορισμούς, ορίζοντας μόνο τη σύνταξη διαθήκης ορισμένου τύπου. Βλ. Ψούνη, ό.π., σελ. 56-57

46 Ψούνη, ό,π., σελ. 89-95

47 Ψούνη, ό.π., σελ. 115

48 Κουτσουράδης σε Κουτσουράδη- Γεωργιάδη, Προστατευτικοί θεσμοί του Αστικού Δικαίου (Δικαστική Συμπαράσταση, Ακούσια Νοσηλεία, Επιμέλεια Ξένων Υποθέσεων), 2002, σελ. 48 49 Η πρόβλεψη της δυνατότητας αφαίρεσης μέσω ορισμένης διαδικασίας της συναλλακτικής – κατά την έννοια του αστικού δικαίου – ικανότητας ορισμένου προσώπου λόγω φθοράς της διανοητικής του κατάστασης και της ικανότητας αντίληψης και κρίσης δεν είναι σύγχρονη. Χαρακτηριστική είναι «η δίκη παράνοιας» που διεξήχθη στην κλασσική Αθήνα με αντικείμενο αίτημα Αθηναίου πολίτη να αφαιρεθεί από τον πατέρα του η ικανότητα διοίκησης του «οίκου του», ήτοι της οικογένειάς του και των νομικών ζητημάτων που συνδέονταν με αυτήν, λόγω της γεροντικής διανοητικής και σωματικής του φθοράς, προκειμένου να αποφύγει την υιοθεσία του ετεροθαλή και «εκ παλλακίας» αδελφού του, γεγονός που θα τον καθιστούσε ισότιμό του ή τη σύνταξη διαθήκης που θα καθιστούσε κληρονόμο του οίκου εκείνον και όχι τον ίδιο. Κατά τη διαδικασία που ακολούθησε ο γέρων πατέρας απήγγειλε ενώπιον των δικαστών ένα χορικό από τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ», χωρίς να υπ οπέσει σε κανένα σφάλμα, ως απόδειξη της πνευματικής του διαύγειας. Η αίτηση του υιού απορρίφθηκε, ο ίδιος δε επιτιμήθηκε από τους δικαστές, σε αντίθεση με τον πατέρα του που αποχώρησε από το δικαστήριο «ώσπερ εκ του θεάτρου … μετά κρότου και βοής των παρόντων». Βλ. σχετικά Οικονομίδη, Εγχειρίδιον της Πολιτικής Δικονομίας, Τόμος Β΄, 1925, σελ. 181-183, με περαιτέρω παραπομπές σε αρχαίους συγγραφείς.
50 Κουτσουράδης, Η διαδικαστική πλαισίωση της δικαστικής συμπαράστασης – Επιλεκτική παρουσίαση των κατευθυντήριων αρχών και των χαρακτηριστικότερων νέων ρυθμίσεων του ΑΚ και του ΚΠολΔ, Η πρόσφατη μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου (ν. 2447/1996) – Πρακτικά Ημερίδας Πανεπιστημίου Πειραιώς και Ενώσεως Αστικολόγων, σελ. 129-130 51 Βλ. και Εισηγητική Έκθεση Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, § 34, όπου γίνεται λόγος για «χαρακτηρολογικά ελαττώματα σε Δεληγιάννη (επιμέλεια), Τα πεπραγμένα της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση των θεσμών της υιοθεσίας και της επιτροπείας, Τόμος ΙΙ, 1996, σελ. 75-76 και επίσης σε Σπυριδάκη, Η μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου (υιοθεσία, επιτροπεία, αναδοχή, δικαστική συμπαράσταση, δικαστική επιμέλεια ξένων υποθέσεων, συναφείς τροποποιήσεις), 1997 σελ. 25-26.
52 Βλ. και το συνοπτικότερο σχετικό ορισμό σε Σπυριδάκη, ό.π., σελ. 215, ιδίου, Οικογενειακό Δίκαιο, 2006, σελ. 850, ιδίου (ελαφρά παραλλαγμένο), Η δικαστική συμπαράσταση, 1998, σελ. 7. Πιο εκτεταμένο ορισμό δίνει ο Κουτσουράδης, Κουτσουράδη- Γεωργιάδη, Προστατευτικοί θεσμοί του Αστικού Δικαίου (Δικαστική Συμπαράσταση, Ακούσια Νοσηλεία, Επιμέλεια Ξένων Υποθέσεων), 2002, σελ. 50-51. Βλ. επίσης και την περιγραφή του Φίλιου, Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος Δεύτερος, 2003, § 161, σελ. 226-227.
53 Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών (αρ. 802 ΚΠολΔ), καθώς αυτό επιβάλλεται από ειδικούς λόγους προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων (αρ. 93 § 2 Σ). Υποστηρίχθηκε σχετικά πως παρά τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της διάταξης του αρ. 802 ΚΠολΔ αυτή θα πρέπει να ερμηνευθεί ως υπόδειξη στο δικαστήριο να εφαρμόζει αυτό τον τρόπο συζήτησης και όχι ως ιδρύουσα υποχρέωση. Βλ. Δεληγιάννη, Η δικαστική συμπαράσταση – Συμβολή στην ερμηνεία των νέων άρθρων 1666 έως 1688 ΑΚ και των συναφών δικονομικών ρυθμίσεων, 1997, σελ. 73
54 Σε δικαστική αντίληψη (παλιά αρ. 1705-1709 ΑΚ) υποβάλλονταν επίσης και πρόσωπα που
αδυνατούσαν μερικά να φροντίζουν μόνα τους τον εαυτό τους εξαιτίας σωματικής αναπηρίας, κυρίως εκ γενετής κώφωσης τύφλωσης ή αλαλίας, πρόσωπα που από «ασωτία» εξέθεταν στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό τους ή την οικογένειά τους και όσοι από τη συνήθεια της μέθης (αλκοολισμό) ή τοξικομανία αδυνατούσαν να φροντίζουν τις υποθέσεις τους ή έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια άλλων.

55 Δεληγιάννη (επιμέλεια), Τα πεπραγμένα της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση του δικαίου της επιτροπείας, 1993, σελ. 61-62

56 Αναφορικά με τον προβληματισμό αν στις περιπτώσεις εννοιών που αφορούν την ιατρική επιστήμη θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται αυστηρά επιστημονικοί όροι, το περιεχόμενο των οποίων θα αποδίδεται αποκλειστικά από τους ειδικούς ή να διαμορφώνεται μια γενική έννοια και να αφήνεται η υπαγωγή στον εφαρμοστή του δικαίου βλ. και Κουτσουράδη, ό.π., σελ. 54-58.
57 Αρ. 1666 ΠροσχΝ για τη Δικαστική Συμπαράσταση Ενηλίκων και τη Δικαστική Διαχείριση
(Επιμέλεια) Ξένων Υποθέσεων, σε Δεληγιάννη (επιμέλεια), Τα πεπραγμένα της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση του δικαίου της επιτροπείας, 1993, σελ. 130-131
58 3η συνεδρίαση της Επιτροπής την 2-11-1984, σε Δεληγιάννη (επιμέλεια), ό.π., σελ. 148
59 Δεληγιάννη (επιμέλεια), Τα πεπραγμένα της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση των θεσμών της υιοθεσίας και της επιτροπείας, Τόμος ΙΙ, 1996, σελ. 157, 167, 175, 179, 192, 195, 201, 202-203, 281, 325
60 Αναφέρθηκαν ειδικά σχετικά τα ονόματα των καθηγητών ψυχιατρικής Στεφανή (Αθήνας) και Ιεροδιακόνου και Μυλωνά (Α.Π.Θ.)
61 Δεληγιάννη (επιμέλεια), ό.π., σελ. 115

62 Δεληγιάννη (επιμέλεια), ό.π., σελ. 115

63 Πρβλ. όμως και Αγαλλοπούλου, Η δικαστική συμπαράσταση από πλευράς ουσιαστικού δικαίου, Η Πρόσφατη Μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου (Ν. 2447/1996) (Πρακτικά Ημερίδας Πανεπιστημίου Πειραιώς-Ενώσεως Αστικολόγων), σελ. 112-113, όπου σημειώνεται πως η διάταξη θα έπρεπε να είναι πιο λιτή και γενική, περιλαμβάνοντας μόνο τον όρο «ψυχική διαταραχή», με το σκεπτικό πως στην έννοια της ψυχικής διαταραχής περιλαμβάνεται και η διανοητική διαταραχή. Προς ενίσχυση της άποψης αυτής προβάλλεται η χρήση αποκλειστικά και μόνο του όρου «ψυχική διαταραχή» στο αρ. 95 § 2 Ν. 2071/1992 που αναφέρεται στην ακούσια νοσηλεία, καλύπτοντας και τις διανοητικές διαταραχές.

64 Κουτσουράδης, ό.π., σελ. 62-63
65 Κουτσουράδης, ό.π., σελ. 63

66 Δεληγιάννη (επιμέλεια), ό.π., σελ. 115-116

67 Ενδεικτικά από τις τελευταίες σχετικές αποφάσεις βλ. ΕφΑθ 1104/1996, Αρμ 1996, 1336, ΕφΑθ 9194/1995, ΕλΔνη 1996, 1396, ΠολΠρΘες 10863/1993, Αρμ 1995, 1200
68 Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τεύχος ΙΙ γ,1998, σελ. 451-452, Παπαστερίου, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου Ι/β, 1998, § 147 σελ. 62, Σπυριδάκης, Η ακυρότης των εν ζωή περιουσιακών δικαιοπραξιών των ανικάνων προς δικαιοπραξίαν προσώπων, 1974, σελ. 62, ΕφΑθ 1104/1996, Αρμ 1996, 1336 (με βάση το προϊσχύον δίκαιο)
69 Δεληγιάννης, ό.π., σελ. 19, Κουτσουράδης, ό.π., σελ. 64-65, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 452. Αντίθ. Σπυριδάκης, Η δικαστική συμπαράσταση, 1998, σελ. 26 όπου παρατηρείται πως κατά την άποψη του συγγραφέα και υπό το νέο δίκαιο θα πρέπει η διαταραχή να είναι «μόνιμη», υπό την έννοια πως θα πρέπει να έχει διάρκεια, αφού αν πρόκειται για προσωρινή μόνο διαταραχή «θα έχει πάψει να υφίσταται κατά αυτή τη διάρκεια της διαδικασίας υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση». Με αυτή τη θέση όμως φαίνεται να παραγνωρίζεται ο σκοπός της μεταβολής στη διατύπωση των προϋποθέσεων υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση, που είναι η κατά το δυνατόν απόδοση ευρύτερων περιθωρίων στην εξέταση κάθε μεμονωμένης περίπτωσης. Εν προκειμένω ο συγγραφέας φαίνεται να ανάγει ένα συγκεκριμένο παράδειγμα σε κανόνα, καταλήγοντας τελικά σε μια contra legem ερμηνεία της διάταξης. Στην πραγματικότητα, το παράδειγμα που χρησιμοποιείται απλώς καταδεικνύει την ελαστικότητα του νέου θεσμού, αφού σε μια περίπτωση όπως η περιγραφόμενη, όπου η διαταραχή θα έπαυε να υφίσταται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση, είναι προφανές ότι η σχετική αίτηση θα απορριπτόταν. Αυτό όμως δε σημαίνει πως κάθε περίπτωση παροδικής διαταραχής αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο. Έτσι, τίποτε δεν εμποδίζει σήμερα τη θέση σε δικαστική συμπαράσταση προσώπου που ενδεχομένων να ταλαιπωρείται από περιοδικές διαταραχές ή αντίστροφα εμφανίζει «φωτεινά διαλείμματα» κατά τη διάρκεια της κατά τα άλλα μόνιμης διαταραχής του. Αυτό άλλωστε και παρά την παραπάνω θέση του, φαίνεται πως κατανοεί ο συγγραφέας, έστω μη ενστερνιζόμενος την κρατούσα ερμηνευτική προσέγγιση, δεχόμενος τελικά πως είναι δυνατή η εφαρμογή των ρυθμίσεων της δικαστικής συμπαράστασης «και σε περιπτώσεις παροδικής διαταραχής, όταν αυτό υπαγορεύεται από το συμφέρον του συμπαραστατέου».
70, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 452 υποσημ. 2, Κουτσουράδης, ό.π., σελ. 65. Πρβλ. και ΕφΑθ 1104/1996, Αρμ 1996, 1336.

71 Αντίθ. Φίλιος, Οικογενειακό Δίκαιο, 2003, σελ. 229, σύμφωνα με τον οποίον αρκεί να πρόκειται και για απλές υλικές υποθέσεις.

72 Υποστηρίζεται σχετικά ότι αν το πρόσωπο που ζητείται να υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση, πριν την εμφάνιση της διαταραχής ή της αναπηρίας του είχε ορίσει πληρεξούσιό του για την επιμέλεια των ουσιωδέστερων υποθέσεών του, το στοιχείο αυτό θα πρέπει να συνεκτιμηθεί κατά την εξέταση της περίπτωσής του υπέρ της απόρριψης της αίτησης θέσης του σε συμπαράσταση, εκτός κι αν ο αντιπροσωπευόμενος δεν είναι πλέον σε θέση να ελέγχει τον αντιπρόσωπό του. Στην περίπτωση αυτή και στο μέτρο που ο δότης της πληρεξουσιότητας κηρύσσεται ανίκανος για δικαιοπραξία επέρχεται και η αντίστοιχη παύση της πληρεξουσιότητα κατά το αρ. 223 ΑΚ. Πρβλ. Κουτσουράδη, ό.π., σελ. 70-71.

73 Σπυριδάκης, Η δικαστική συμπαράσταση, 1998, σελ. 28, Κουτσουράδης, ό.π., σελ. 70-71.

74 Κουτσουράδης, ό.π., σελ. 69-70

75 Κουτσουράδης, ό.π., σελ. 72

76 Προκειμένου περί υπερδεκαετούς ανηλίκου πρόκειται για εκείνες τις δικαιοπραξίες από τις οποίες αποκτά απλώς και μόνο έννομο όφελος (αρ. 134 ΑΚ), ενώ προκειμένου περί ανηλίκου που έχει συμπληρώσει το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας του ορίζεται ότι μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που του δόθηκε για να το χρησιμοποιεί ή να το διαθέτει ελεύθερα (αρ. 135 ΑΚ). Ανήλικος που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος μπορεί με τη συναίνεση των ασκούντων την επιμέλειά του ή, σε περίπτωση άρνησής τους, του δικαστηρίου μετά από σχετική του αίτηση να συνάψει σύμβαση εργασίας (αρ. 136 ΑΚ), διαθέτοντας ελεύθερα ό.τι αποκερδαίνει (αρ. 135 ΑΚ).

77 Δεληγιάννη, ό.π., σελ. 21-22 όπου και περαιτέρω παραπομπές στα πεπραγμένα των εργασιών της
Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, Σπυριδάκη, ό.π., σελ. 37.
78 Δεληγιάννης, ό.π., σελ. 30-32

79 Κουτσουράδης, ό.π., σελ. 91

80 Κουτσουράδης, ό.π., σελ. 90-91

81 Γεωργιάδη σε Κουτσουράδη- Γεωργιάδη, Προστατευτικοί θεσμοί του Αστικού Δικαίου (Δικαστική
Συμπαράσταση, Ακούσια Νοσηλεία, Επιμέλεια Ξένων Υποθέσεων), 2002, σελ. 88
82 Σπυριδάκης, ό.π., σελ. 81, ο ίδιος, Η μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου (υιοθεσία, επιτροπεία, αναδοχή, δικαστική συμπαράσταση, δικαστική επιμέλεια ξένων υποθέσεων, συναφείς τροποποιήσεις), 1997 σελ. 215, Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 111-112. Αντιθ. Δεληγιάννης, ό.π., σελ. 81 υποσημ. 1, ο οποίος από τη ρύθμιση του αρ. 1678 § 2 ΑΚ συνάγει πως, δυνάμει αυτής, η απαρίθμηση που γίνεται στην απόφαση δεν είναι περιοριστική. Το γεγονός όμως ότι προβλέπονται σο νόμο κάποιες περιπτώσεις δικαιοπραξιών οι οποίες δεν επιτρέπεται να επιχειρηθούν από τον υποβληθέντα σε στερητική δικαστική συμπαράσταση δεν επηρεάζει το χαρακτήρα της απαρίθμησης τυχόν λοιπών δικαιοπραξιών στη δικαστική απόφαση ως περιοριστικής. Τυχόν διαφορετική ερμηνεία εξάλλου ενέχει τον κίνδυνο της αυθαίρετης επέκτασης της δικαστικής κρίσης ώστε ουσιαστικά να αναιρείται ο σκοπός της μερικής στερητικής δικαστικής συμπαράστασης που επιτάσσει την κατά το δυνατόν ηπιότερη λύση και τον περιορισμό της δικαιοπρακτικής ικανότητας μόνο κατά το προσήκον μέτρο.
83 Σπυριδάκης, Η δικαστική συμπαράσταση, 1998, σελ. 82
84 Σπυριδάκης, ό.π., σελ. 84, Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 114, Φίλιος, ό.π., σελ. 238

85 Σε αρμονία με τη διάταξη του αρ. 1681 εδ. α΄ ΑΚ δεν αναγνωρίζεται ανασταλτικό αποτέλεσμα στην προθεσμία άσκησης και την άσκηση εφέσεως κατά της απόφασης που αφορά δικαστική συμπαράσταση. Προβλέπεται η άμεση εκτέλεση της απόφασης για τη θέση σε δικαστική συμπαράσταση ή την άρση αυτής της κατάστασης και το διορισμό, την αντικατάσταση ή την παύση προσωρινού συμπαραστάτη και η μη εφαρμογή εν προκειμένω των § 2 και 3 του άρθρου 783 (αρ. 806 ΚΠολΔ αναφερόμενο στο αρ. 805 § 1 σε συνδυασμό με το αρ. 801 § 1 ΚΠολΔ)

86 Αρμόδιο είναι και εδώ το Μονομελές Πρωτοδικείο της συνήθους διαμονής του

συμπαραστατούμενου που δικάζει κατά την εκούσια δικαιοδοσία (αρ. 739, 740 ΚΠολΔ, 801 § 1 ΚΠολΔ)

87 Δεληγιάννης, ό.π., σελ. 94, Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 131-132

88 Δεληγιάννης, ό.π., σελ. 100, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 468, Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 133.
Αντίθ, Σπυριδάκης, ό.π., σελ. 131, ο ίδιος, Οικογενειακό Δίκαιο, 2006, 918, που φαίνεται πως ενστερνίζεται την άποψη πως η διαπλαστική ενέργεια δικαστικής απόφασης, όπως και η εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων, γεννάται μεν με τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης, αλλά επιφέρει τα αποτελέσματά της με την τελεσιδικία της, έως την οποία ισχύει το ανασταλτικό αποτέλεσμα των τακτικών ενδίκων μέσων.

89 Πρβλ. σχετικά και αναφορικά με το ζήτημα του ανασταλτικού αποτελέσματος της έφεσης όπως ρυθμίζεται στο αρ. 519 § 1 εδ. α΄ ΑΚ, ρύθμιση που ταυτίζεται με αυτή του ανασταλτικού αποτελέσματος της ανακοπής ερημοδικίας (αρ. 506 ΚΠολΔ), Μπέη , Πολιτική Δικονομία – Γενικές Αρχές και Ερμηνεία των Άρθρων – Τόμος 9 – Ανακοπή ερημοδικίας, Έφεση, Αναψηλάφηση (αρ. 495-544 ΚΠολΔ), 1976, αρ. 519 § ΙΙ, σελ. 1951 Κεραμέα, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος, 1986, 479, ο ίδιος, Ένδικα Μέσα, 2004, σελ. 70, Σταθέα, Εκτέλεσις (Ανακοπαί εκτελέσεως) – Τόμος Πρώτος, 1977, σελ. 27, Νίκα, Διάγραμμα παραδόσεων περί των ενδίκων μέσων (κατά τας παραδόσεις του καθηγητού Κ. . Κεραμέως), 2000, αριθ. 55 υπό α΄, σελ. 35, Μπρακατσούλα, Η αναγκαστική εκτέλεση- Θεωρία, νομολογία, πράξη, Τόμος Ι, 1993, σελ. 50, ΠολΠρΘεσ 1857/1977, Αρμ 1977, 471
(472).
90 Σύμφωνα με το αρ. 1670 εδ. α΄ ΑΚ αποκλείονται από το διορισμό α) αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, β) ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης και γ) αυτός που συνδέεται με σχέση εξάρτησης ή με οποιονδήποτε άλλο στενό δεσμό με τη μονάδα ψυχικής υγείας στην οποία ο συμπαραστατέος έχει εισαχθεί για θεραπεία ή απλώς διαμένει.

91 Δεν μπορεί δηλαδή ο δικαστικός συμπαραστάτης να καταρτίσει δικαιοπραξίες με χαριστική αιτία σε βάρος της περιουσίας του ανηλίκου, με εξαίρεση εκείνων των χαριστικών δικαιοπραξιών που επιβάλλονται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας (αρ. 1617 ΑΚ) ούτε να χρησιμοποιεί για δικό του λογαριασμό την περιουσία του ανηλίκου και ιδίως μετρητά χρήματά του (1618 ΑΚ).

92 α) Εκμίσθωση ή μίσθωση ακινήτων, β) σύναψη σύμβαση με αντικείμενο την παροχή της εργασίας του συμπαραστατούμενου ή σύμβαση μαθητείας, γ) επιχείρηση κάθε άλλης πράξης που υπερβαίνει τα όρια της τακτικής διαχείρισης (αρ. 1619 ΑΚ)
93 Αρ. 1624 § 1 ΑΚ: «Ο επίτροπος, χωρίς τη γνωμοδότηση του εποπτικού συμβουλίου και την άδεια του δικαστηρίου, δεν έχει το δικαίωμα στο όνομα του ανηλίκου: 1. Να διαθέτει την περιουσία του ανηλίκου συνολικά ή κατά ένα μέρος της, 2. να εκποιεί ή να αποκτά με αντάλλαγμα ακίνητο ή εμπράγματο δικαίωμα σε ξένο ακίνητο, 3. να εκχωρεί απαίτηση που έχει αντικείμενο τη μεταβίβαση ακινήτου στον ανήλικο, 4. να εκποιεί τους τίτλους και τα πολύτιμα αντικείμενα του άρθρου 1614, 5. να επιχειρεί οποιοδήποτε έργο σε ακίνητο του ανηλίκου που η δαπάνη του υπερβαίνει το όριο της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου 6. να εκποιεί εμπορική, βιομηχανική ή άλλη επιχείρηση που περιλαμβάνεται στην περιουσία του ανηλίκου, να αποφασίζει τη διάλυση και την εκκαθάρισή της, καθώς και να ιδρύει νέα επιχείρηση, 7. να εκμισθώνει ακίνητο του ανηλίκου για χρόνο που υπερβαίνει τα εννέα έτη, 8. να δανείζει ή να δανείζεται, 9. να παραιτείται από ασφάλεια για απαίτηση του ανηλίκου ή να ελαττώνει μια τέτοια ασφάλεια, 10. να συνάπτει συμβιβασμό ή συμφωνία περί διαιτησίας για αντικείμενο που η αξία του υπερβαίνει το όριο της τρίτης παραγράφου του παρόντος, 11. να εγγυάται ή να αναδέχεται από επαχθή αιτία ξένο χρέος, με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 1623. Οι παραπάνω διατυπώσεις, όταν αφορούν διαθέσεις, απαιτούνται και για τις σχετικές υποσχετικές συμβάσεις». Αρ. 1625 ΑΚ: «Ο επίτροπος, χωρίς τη γνωμοδότηση του εποπτικού συμβουλίου και την άδεια του δικαστηρίου, δεν έχει το δικαίωμα στο όνομα του ανηλίκου: 1. Να αποποιείται κληρονομία ή να παραιτείται από τη νόμιμη μοίρα κληρονομίας που επάγεται στον ανήλικο, 2. να αποδέχεται κληροδοσία ή δωρεά που συνεπάγεται βάρη, 3. να αποποιείται κληροδοσία που περιέρχεται στον ανήλικο.Όσον αφορά την αποδοχή κληρονομίας, η οποία επάγεται στον ανήλικο, έχει ανάλογη εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1527»

94 Αναλυτικά βλ. Κουτσουράδη, ό.π., σελ. 142-145

95 Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 465, Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, 1997, σελ. 370, Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 146-147

97 Παπαντωνίου, ό.π., σελ. 119, Παπαστερίου, ό.π., σελ. 90-91, Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Ι, 2002, σελ. 453, Γεωργιάδης Αστ., Ενοχικό Δίκαιο-Γενικό Μέρος, Ι , σελ. 55.
98 Υπό τον τίτλο «αδικοπραξίες» καλύπτονται μια σειρά περιπτώσεων όπου γεννάται εκ του νόμου υποχρέωση προς αποζημίωση και τυποποιούνται στα αρ. 914-938 ΑΚ. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι περιπτώσεις υπαίτιας και παράνομης πρόκλησης ζημίας (914, 919, 920 ΑΚ), οι παράνομες πράξεις των ακαταλόγιστων (915-918 ΑΚ), οι περιπτώσεις ευθύνης για αλλότριες πράξεις (922, 923 ΑΚ) και οι περιπτώσεις ευθύνης λόγω ζημιών που προκαλούνται από ζώα ή άψυχα πράγματα (924-925 ΑΚ).

99 Παράνομη συμπεριφορά είναι αυτή παραβιάζει κανόνες που προστατεύουν ορισμένα ιδιωτικά συμφέροντα προσβάλλοντας συμφέρον που εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο τους ή συνεπάγεται την προσβολή απόλυτου δικαιώματος (π.χ. του δικαιώματος στην προσωπικότητα ή της κυριότητας), συνιστά κατάχρηση δικαιώματος κατά το αρ. 281 ΑΚ ή παραβίαση των άγραφων κανόνων επιμέλειας την τήρηση των οποίων απαιτούν οι συναλλαγές. Βλ. σχετικά αντί άλλων Κορνηλάκη, ό.π., σελ. 484- 496
100 Κορνηλάκης, ό.π., σελ. 508, Γεωργιάδης Αστ., ό.π., σελ. 77
101 Για την έννοια του δόλου αναλυτικά αντί άλλων βλ. Γεωργιάδη Αστ. , ό.π., σελ. 79-82
102 Για την έννοια της αμέλειας βλ. Γεωργιάδη Αστ., ό.π.., σελ. 82-90

103 Κορνηλάκης, ό.π., σελ. 513

104 Βλ. και Γεωργιάδη Αστ., ό.π., σελ. 78
105 Ενδεχομένως ορθότερο θα ήταν να αναγνωρίζεται και ευθύνη του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη, ακόμα κι αν έχει διοριστεί πριν την οριστική απόφαση περί θέσης σε δικαστική συμπαράσταση.

106 Π.χ. δεν απαιτείται στην περίπτωση της ευθύνης του προστήσαντος κατά το αρ. 922 ΑΚ για ζημιογόνο συμπεριφορά του προστηθέντος κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του η σχέση πρόστησης να έχει δικαιοπρακτικό θεμέλιο. Μπορεί να λειτουργεί στο πλαίσιο οποιασδήποτε βιοτικής σχέσης, ακόμα και απλής σχέσης φιλοφρόνησης.

107 Ενδεχομένως αποκλείεται η ευθύνη του κυρίου ή νομέα έργου που συνέχεται με το έδαφος από την λόγω της πτώσης του πρόκληση ζημίας (αρ. 925 ΑΚ) στην περίπτωση που αυτός έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση που περιλαμβάνει και τη διοίκηση της περιουσίας του και την άσκηση των εξουσιών από τη νομή ή κατοχή για λογαριασμό του από το συμπαραστάτη του. Η διάταξη του αρ. 925 ΑΚ καθιερώνει υποχρέωση επιμέλειας του κυρίου ή νομέα αναφορικά με την κατασκευή ή συντήρηση του έργου. Αν επομένως η άσκηση της νομής ή η εκμετάλλευση της κυριότητας γίνεται για λογαριασμό του πάσχοντος κυρίου ή νομέα από το δικαστικό του συμπαραστάτη, ορθότερη είναι ίσως τελολογικά η ενεργοποίηση του αρ. 923 ΑΚ και η αναλογική εφαρμογή του, παρότι δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα καταλογισμού, και όχι η απευθείας αναγνώριση ευθύνης του συμπαραστατούμενου.

108 «Κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς σαφή γραπτό νόμο». Κατά τη διατύπωση του αρ. 7 § 1 εδ. α΄ του Συντάγματος «Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της».
109 Μανωλεδάκης, Ποινικό Δίκαιο, Άρθρα 1-49 ΠΚ – Επιτομή Γενικού Μέρους, 1996, σελ. 43 επ.

110 Μανωλεδάκης, ό.π., σελ. 79-84
111 Μανωλεδάκης, ό.π., σελ. 77-78
112 Διαβ. «Ποινικού Κώδικα»

113 Μαγκάκης, Ποινικό Δίκαιο – Διάγραμμα Γενικού Μέρους, 1984, σελ. 273 επ., Μανωλεδάκης, ό.π., σελ. 562 επ., Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος – Θεωρία για το έγκλημα, 2000, σελ. 453 επ. Χαραλαμπάκης, Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου – Γενικό Μέρος, 2003, σελ. 265-266,

114 Ανδρουλάκης, , σελ. 459-461. Βλ. σχετικά και Δέδε, Καταλογισμός και ανθρώπινη δυνατότης, 1975, σελ. 19-38.

115 Πρβλ. και Παρασκευόπουλο, Φρόνημα και καταλογισμός στο ποινικό δίκαιο, 1987, σελ. 128-129,
όπου προτείνεται ως προσφορότερος ο όρος «δεκτικότητας προς καταλογισμό»., Λιούρδη, Άρση και μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό. Ενιαία ή διαφορετικά βιολογικά κριτήρια διάγνωσης;, Υπεράσπιση 1995, σελ. 233 επ., όπου γίνεται χρήση ως ταυτόσημου του όρου «ικανότητα προς ενοχή».
116 Για τις τρεις μεθόδους προσδιορισμού του καταλογισμού – βιολογική, ψυχολογική και μεικτή – βλ. Κοτσαλή, Γνώση και Άγνοια του Αδίκου, 1988, σελ. 215-218, τον ίδιο σε Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, 2005, αρθρ. 34, αριθ. 45-61, σελ. 535-541, Ανδρουλάκη, ό.π., σελ. 466-468, Χαραλαμπάκη, ό.π., σελ. 272-273

117 Μανωλεδάκης, ό.π., σελ. 574, Ανδρουλάκης, ό.π., σελ. 469-470

118 Κοτσαλής, ό.π., αρ. 34, αριθ. 66-72, σελ. 542-543
119 Ανδρουλάκης, ό.π., σελ. 470 όπου και περαιτέρω παραπομπες.

120 ΜονΠλημΑθ 3922/1995, ΠοινΧρ 1996, 940
121 Μαγκάκης, ό.π., σελ. 293-294, Μανωλεδάκης, ό.π., σελ. 574-575, Χαραλαμπάκης, ό.π., σελ. 273- 274
122 Βλ. Μαγκάκη, ό.π., σελ. 293 όπου αναφέρεται πως καλύπτονται οι οργανικές ή εξωγενείς, οι ενδογενείς ή λειτουργικές και οι τοξικές ψυχώσεις και αναλυτικότερα Κοτσαλή, ό.π., αρ. 34, αριθ. 74-86, σελ. 544-548.
123 Ανδρουλάκης, ό.π., σελ. 471, Σταθόπουλος, Η διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή της συνειδήσεως και η ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό από τη σκοπιά της δικαστηριακής πρακτικής, ΠοινΧρον 1983, 668 επ. (671). Πρβλ. Και ΒουλΣυμβΠλημΛευκ 30/1988, Αρμ 1988, 901 (πάσχουσα από γεροντική άνοια και αρτηριοσκληρυντική εγκεφαλοπάθεια),

124 ΜονΠλημΑθ 3922/1995, ΠοινΧρ 1996, 940 (επιληπτική άνοια)

125 Ανδρουλάκης, ό.π., σελ. 473, Κοτσαλής, ό.π., αρ. 34, αριθ. Μανωλεδάκης, ό.π., σελ. 575
126 Ανδρουλάκης, ό.π., σελ. 473, Μανωλεδάκης, ό.π., σελ. 575, Μαγκάκης, ό.π., σελ. 296, Σταθόπουλος,, ό.π., σελ. 668

127 Μαγκάκης, ό.π., σελ. 296, Χαραλαμπάκης, ό.π., σελ. 274
128 Κοτσαλής, ό.π., αρ. 34, αριθ. 110-111, σελ. 556-557
129 Κοτσαλής, ό.π., αρ. 34, αριθ. 112, σελ. 557

130 Σταθόπουλος, ό.π., σελ. 668-669, Κατσαντώνης, Το πρόβλημα της καθόλου αντιμετωπίσεως των ψυχικώς νοσούντων και των ψυχοπαθητικών προσωπικοτήτων, ΠοινΧρ 1963, 417 επ. (418)

131 Ανδρουλάκης, Ο ψυχίατρος-πραγματογνώμων εν τη ποινική δίκη, ΠοινΧρ 1973, 321 επ. (327)
132 Κοτσαλής, ό.π., αρ. 34, αριθ. 119-134, σελ. 559-563

133 Κοτσαλής, Ζητήματα ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό, ΠοινΧρ 1983, 675 επ. (675), ο ίδιος σε ΣυστΕρμΠΚ, αρ. 36, αριθ. 1, σελ. 588 και αριθ. 6-8, σελ. 590, Ανδρουλάκης, ό.π., σελ. 482-483.
134 Κοτσαλής, Ζητήματα ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό, ΠοινΧρ 1983, 675 επ. (676)
135 Κοτσαλής, ό.π., σελ. 679

136 Το οποίο ορίζει «Όπου στο γενικό μέρος προβλέπεται ποινή ελαττωμένη χωρίς κανένα άλλο προσδιορισμό, η ποινή που πρέπει να επιβληθεί επιμετρείται ως εξής: α)Αντί για την ποινή του θανάτου ή της ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης πάνω από δέκα ετών επιβάλλεται κάθειρξη έως δώδεκα ετών ή φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα ετών επιβάλλεται κάθειρξη έως έξι ετών ή φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριο του είδους της ποινής, ε) εάν ο νόμος προβλέπει αθροιστικά ποινή στερητική της ελευθερίας και ποινή χρηματική, μπορείνα επιβληθεί και μόνο αυτή η τελευταία»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

 Brodaty, Η νόσος Alzheimer στην Πρωτοβάθμια Περίθαλψη, 2003

 Αγαλλοπούλου, Η δικαστική συμπαράσταση από πλευράς ουσιαστικού δικαίου, Η Πρόσφατη Μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου (Ν. 2447/1996) σε Πρακτικά Ημερίδας Πανεπιστημίου Πειραιώς-Ενώσεως
Αστικολόγων

 Αθανασόπουλος, Η αντιπροσώπευση των ανικάνων και περιορισμένα ικανών προς δικαιοπραξία με την μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου (Ν. 2447/1996), ΕλλΔνη 1997, 1477

 Ανδρουλάκης, Ο ψυχίατρος-πραγματογνώμων εν τη ποινική δίκη, ΠοινΧρ

1973, 321 επ

 Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος – Θεωρία για το έγκλημα, 2000

 Γεωργιάδης Απ., Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 1996

 Γεωργιάδης Αστ., Ενοχικό Δίκαιο-Γενικό Μέρος, Ι

 Δέδες, Καταλογισμός και ανθρώπινη δυνατότης, 1975

 Δεληγιάννης (επιμέλεια), Τα πεπραγμένα της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση του δικαίου της επιτροπείας, 1993

 Δεληγιάννης (επιμέλεια), Τα πεπραγμένα της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση των θεσμών της υιοθεσίας και της επιτροπείας, Τόμος ΙΙ, 1996

 Δεληγιάννης, Η δικαστική συμπαράσταση – Συμβολή στην ερμηνεία των νέων

άρθρων 1666 έως 1688 ΑΚ και των συναφών δικονομικών ρυθμίσεων, 1997

 Ζαγκαρόλας, Η εν τη παρ’ ημίν δικαστική και σωφρονιστική πρακτική αντιμετώπισης των ψυχοπαθών εγκληματιών, ΠοινΧρ 1963, 425 επ.

 Καρακώστας, Αστικός Κώδικας (Ερμηνεία-Σχόλια-Νομολογία) – Γενικές Αρχές, Τόμος Δεύτερος – Άρθρα 127-276, 2005

 Καράσης, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου – Δικαιοπραξία Ι, 1996

 Καράσης, Εγχειρίδιο Γενικών Αρχών του Αστικού Δικαίου – Δίκαιο της Δικαιοπραξίας, 1996,

 Καράσης, σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ – Κατ’ άρθρον ερμηνεία – Τόμος Ι Γενικαί Αρχαί, 1978

 Κατσαντώνης, Το πρόβλημα της καθόλου αντιμετωπίσεως των ψυχικώς νοσούντων και των ψυχοπαθητικών προσωπικοτήτων, ΠοινΧρ 1963, 417 επ

Κεραμεύς, Ένδικα Μέσα, 2004

Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος, 1986, 479,

Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Ι, 2002

Κοτσαλής σε Ανρουλάκη – Μαγκάκη – Μανωλεδάκη – Σπινέλλη – Σταμάτη – Ψαρούδα-Μπενάκη Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, Άρθρα 1-133, 2005

Κοτσαλής, Γνώση και Άγνοια του Αδίκου, 1988

Κοτσαλής, Ζητήματα ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό, ΠοινΧρ 1983, 675 επ

Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τεύχος Ια, 1998

Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τεύχος ΙΙ γ,1998

Κουτσουράδης Αχ. – Γεωργιάδη Αγγ., Προστατευτικοί θεσμοί του Αστικού

Δικαίου (Δικαστική Συμπαράσταση, Ακούσια Νοσηλεία, Επιμέλεια Ξένων Υποθέσεων), 2002

Κουτσουράδης, Η διαδικαστική πλαισίωση της δικαστικής συμπαράστασης –Επιλεκτική παρουσίαση των κατευθυντήριων αρχών και των χαρακτηριστικότερων νέων ρυθμίσεων του ΑΚ και του ΚΠολΔ, Η πρόσφατη μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου (ν. 2447/1996) σε Πρακτικά Ημερίδας Πανεπιστημίου Πειραιώς και Ενώσεως Αστικολόγων

Λαδάς, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου Ι, 2007

Λιούρδη, Άρση και μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό. Ενιαία ή διαφορετικά βιολογικά κριτήρια διάγνωσης;, Υπεράσπιση 1995, σελ. 233 επ

Μαγκάκης, Ποινικό Δίκαιο – Διάγραμμα Γενικού Μέρους, 1984

Μάνεσης, Συνταγματικόν Δίκαιον, 1967

Μανωλεδάκης, Ποινικό Δίκαιο, Άρθρα 1-49 ΠΚ – Επιτομή Γενικού Μέρους, 1996

 Μανωλεδάκης, Σημεία Επαφής της Ιατρικής και της Νομικής Επιστήμης σε Θεσμοί και Πρόσωπα, 2002, 141 επ.

 Μπακατσούλας, Το πρόβλημα της καθόλου αντιμετωπίσεως των ψυχικώς νοσούντων και των ψυχοπαθητικών προσωπικοτήτων, ΠοινΧρ 1963, 419 επ.

 Μπαλής, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, 1961

Μπέης, Πολιτική Δικονομία – Γενικές Αρχές και Ερμηνεία των Άρθρων – Τόμος 9 – Ανακοπή ερημοδικίας, Έφεση, Αναψηλάφηση (αρ. 495-544 ΚΠολΔ), 1976

Μπρακατσούλας, Η αναγκαστική εκτέλεση- Θεωρία, νομολογία, πράξη, Τόμος Ι, 1993

Νίκας, Διάγραμμα παραδόσεων περί των ενδίκων μέσων (κατά τας παραδόσεις του καθηγητού Κ. . Κεραμέως), 2000

Οικονομίδης, Εγχειρίδιον της Πολιτικής Δικονομίας, Τόμος Β΄, 1925

Παπαγιάννη, Εισαγωγή στο Δίκαιο, 1984, 56-57.

Παπαντωνίου, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου, 1983

Παπαστερίου, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου Ι/α, 1994

Παπαστερίου, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου Ι/β, 1998

Παπαστερίου, Προϋποθέσεις της ειδικής δικαιοπρακτικής ανικανότητας –

Συμβολή στην ερμηνεία του ΑΚ 131, 1981

Παπαχρήστου, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, 1979

Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, 1997

Παρασκευόπουλος, Φρόνημα και καταλογισμός στο ποινικό δίκαιο, 1987

Σημαντήρας, Γενικές Αρχές, 1988

Σπυριδάκης, Η ακυρότης των εν ζωή περιουσιακών δικαιοπραξιών των ανικάνων προς δικαιοπραξίαν προσώπων, 1974

Σπυριδάκης, Η μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου (υιοθεσία, επιτροπεία, αναδοχή, δικαστική συμπαράσταση, δικαστική επιμέλεια ξένων υποθέσεων, συναφείς τροποποιήσεις), 1997

Σπυριδάκης, Η δικαστική συμπαράσταση, 1998

Σπυριδάκης Εισηγήσεις Αστικού Δικαίου, 1999

Σπυριδάκης, Η δικαιοπρακτική (αν)ικανότητα, 2000

Σπυριδάκης, Οικογενειακό Δίκαιο, 2006,

Σταθέας, Εκτέλεσις (Ανακοπαί εκτελέσεως) – Τόμος Πρώτος, 1977

Σταθόπουλος, Η διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή της συνειδήσεως και η ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό από τη σκοπιά της δικαστηριακής πρακτικής, ΠοινΧρον 1983, 668 επ.

Τάχος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 1996

Φίλιος, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 2006

Φίλιος, Ενοχικό Δίκαιο-Ειδικό Μέρος, Τόμος ΙΙ/2, 2005

Φίλιος, Οικογενειακό Δίκαιο, 2003

Φίλιος, Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος Δεύτερος, 2003

Φωτάκης, Ο αποκλεισμός και η ελάττωσις της ικανότητος προς καταλογισμόν λόγω ψυχικών αιτιών (Έρευνα εξ απόψεως δικαστικής ψυχιατρικής και δικαστικής ψυχολογίας) – Τεύχος Α΄, 1975

Χαραλαμπάκης, Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου – Γενικό Μέρος, 2003

Ψούνη, Το νέο δίκαιο της συγγένειας και της προστασίας των ανικάνων προσώπων (με αφετηρία τον ν. 2447/1996) – Οι επιπτώσεις στις κληρονομικές σχέσεις, 2000

Comments

comments

Τα σχόλια είναι κλειστά.